ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ο ΑΝΑΡΓΥΡΟΣ ΗΡΩΑΣ.
------
------
Ήταν μεσάνυχτα 6 προς 7 του Σεπτέμβρη 1833. Ο μοίραρχος Κλεόπας με σαράντα αρματωμένους ως τα δόντια τράβαγαν προσεκτικά και αμίλητοι για να πιάσουν τον μεγαλύτερο κακούργο του τόπου μας.. Τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη!
Ο Γέρος του Μωριά ζούσε λίγο έξω από το Ναύπλιο σε ένα ταπεινό σπιτάκι στην Πρόνοια, κοντά στην εκκλησιά του Αϊ Θεόδωρου που ο ίδιος έκτισε. Εδώ αποτραβήχτηκε ο μπροστάρης της απελευθέρωσης, όταν ήρθαν οι Βαυαροί..
Εκεί περνούσε κατάμονος τις ώρες του ο Κολοκοτρώνης, γιατί μετά τον ερχομό του Όθωνα σκόρπισε όλα τα παλικάρια του.
--Πηγαίνετε στο καλό! και να καθίσετε ήσυχοι στα σπίτια σας. Τώρα που ήρθε ο βασιλιάς θα γνωρίσει τους ανθρώπους και τα πράματα του τόπου μας και θ’ ανταμείψει τον καθένα κατά τις πράξεις του και τη δούλεψή του..
Εκείνο λοιπόν το βράδυ είχε φτάσει για τον Γέρο του Μοριά η ώρα της ανταμοιβής! Ο Κλεόπας και οι ανδρες του περικύκλωσαν το καλύβι μην τυχόν και τους ξεφύγει.. Ύστερα χτύπησε με δύναμη την πόρτα. Ο Γέρος, μισάνοιξε το παράθυρο και ρώτησε με τη βροντερή φωνή του να μάθει ποιος είναι.
--Εδώ μέσα κρύβονται οπλοφόροι. Έχω διαταγή να κάνω έρευνα.
Ο Κολοκοτρώνης γέλασε με την ψυχή του! Μα οι απεσταλμένοι του βασιλιά μπούκαραν μέσα κι άρχισαν να ψάχνουν το κάθε τι. Μα ούτε οπλοφόρους βρήκαν, ούτε και άρματα κρυμμένα..
Βρήκαν μόνο ένα σπαθί, μια πιστόλα και ένα ντουφέκι. Ήταν τα όπλα με τα οποία πολέμησε ο Κολοκοτρώνης την Τουρκιά και μ’ αυτά μας ελευθέρωσε..
--Κατά διαταγή της αντιβασιλείας είσαι υπό κράτηση!
Κι άρχισε ο Κλεοπας να μαζεύει ό,τι χαρτιά υπήρχαν στις κασέλες και στα ντουλάπια, βέβαιος που θα αποτελούσαν τα πειστήρια της ενοχής του Γέρου.. Ύστερα τον έβαλαν στη μέση και τράβηξαν για το κάστρο να τον παραδώσουν στους πραιτωριανούς του Όθωνα.. Εκεί τον παραλαμβάνει ένας Γερμανός δεσμοφύλακας που δεν ήξερε ελληνικά (!!) και τον χώνει σ’ ένα κατασκότεινο κελί..
Στα χρονια του πολεμου ο γραμματικός του Γερου, Αναγνώστης Ζαφειρόπουλος του ειπε μια μέρα:
--Άιντε Κολοκοτρώνη! Παιδέψου, παιδέψου τώρα, μα η πατρίδα μια μέρα θα σ’ανταμείψει..
Κι ο Κολοκοτρώνης, που δυο φορές βαφτίστηκε στη ζωή του: την μια με λάδι για να γίνει Χριστιανός και την άλλη με αίμα για τη λευτεριά της πατρίδας, λες και γνώριζε τη μοίρα του, απαντησε:
--Άμα με το καλό λευτερωθούμε εμένα πρώτο θα κάνουμε σεργούνι..
Δεν τα λογάριασε όμως καλά. Τώρα δεν τον ετοίμαζαν για εξορία. Να του παρουν το κεφάλι τον ετοίμαζαν!
Εκείνο το βράδυ τέθηκε υπό φύλαξη στο σπίτι του ακόμα ένας μεγάλος προδότης..
Ο Στρατηγός του αγώνα Δημήτριος Πλαπούτας που είχε πάει απεσταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης μαζί με τον Μιαούλη και τον Κώστα Μπότσαρη να προσφέρουν στον Όθωνα τον θρόνο!
Την άλλη μέρα βουβό ξύπνησε τ’ Ανάπλι.. Πιάσαν τον Γέρο κι ήταν σαν να σκοτείνιασε ο κόσμος όλος..
Οι πρώτοι που απόρησαν ήταν οι Έλληνες υπουργοί.. Ιδέα δεν είχαν για τη σύλληψή του! Τη διαταγή την υπεγραψαν οι αντιβασιλείς Μάουερ και Άβελ και την έδωσαν στον Γερμανό υπουργό των Στρατιωτικών, τον στρατηγό Σμαλτς να την εκτελέσει..
Εισαγγελέας ορίσθηκε ο εμπαθεστατος Εδουάρδος Μάσον.. Όταν πήγε στο Ιτς Καλέ, όπου ήταν φυλακισμένος ο Γέρος του Μοριά, για να τον ανακρίνει.. και τον πίεζε επί ώρες να ομολογήσει ότι «είχε προπαρασκευάσει αποστασίαν εναντίον της κυβερνήσεως», ο Κολοκοτρώνης, με πολύ πικρή θυμοσοφία, του ειπε την ιστορία του λύκου και της προβατίνας.. του λύκου ο οποίος για να βρει δικαιολογία να φάει την προβατίνα, άρχισε να της φωνάζει: «μου θόλωσες το νερό της πηγής και δεν μπορώ να πιω».
Η δίκη ξεκίνησε στις 16 Απριλίου 1834 και διήρκεσε μέχρι τις 26 Μαΐου του ιδίου έτους. Διεξήχθη στο πρωην τουρκικό τζαμί του Ναυπλίου..
Όταν διαβάστηκε το κατηγορητήριο ο Πολυζωίδης (μέχρι προ ολίγων μηνών εχθρός των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα) που δεν του επέτρεψε ο Σχοινάς να διαβάσει ως πρόεδρος το κατηγορητήριο.. γέρνει το κεφάλι του και με τις δύο χούφτες του κλείνει τα μάτια του. Ήταν μια στάση ντροπής και διαμαρτυρίας την οποία κράτησε ως το τέλος που αναγνώστηκε η απόφαση..
Η κατηγορία: «συνωμοσία επί σκοπώ να ταράξουν την κοινήν ησυχία, και καταφέρουν τους υπηκόους της Α.Μ. εις ληστείαν και εμφύλιον πόλεμον, και καταργήσουν το καθεστώς πολίτευμα..»
Θεε μου! Αυτο παντα ήθελαν να επιτύχουν οι ξένοι.. οπως τωρα καταδικάζοντας τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα, ήταν να χτυπήσουν τον εθνισμό των Ελλήνων και να μας κάνουν αποικία!
Την ώρα που ακούγονταν όλα αυτά στο δικαστήριο, ο Κολοκοτρώνης ατάραχος έπαιζε σιγά με τις χάντρες του κομπολογιού του..
Ο προεδρος ρωτα τον Κολοκοτρωνη:
--Τι επάγγελμα κάνεις;
--Στρατιωτικός.. Στρατιώτης ήμουνα. Κράταγα επί 49 χρόνια στο χέρι το ντουφέκι και πολεμούσα νύχτα μέρα για την πατρίδα. Πείνασα, δίψασα, δεν κοιμήθηκα μια ζωή. Είδα τους συγγενείς μου να πεθαίνουν, τ΄ αδέρφια μου να τυραννιούνται και τα παιδιά μου να ξεψυχάνε μπροστά μου. Μα δε δείλιασα. Πίστευα πως ο Θεός είχε βάλει την υπογραφή του για τη λευτεριά μας και πως δεν θα την έπαιρνε πίσω..
Ρίγος και δέος κατέλαβε ακόμη και τους εχθρούς του στρατηλάτη!
Στην αίθουσα της διάσκεψης του δικαστηρίου διαδραματίστηκαν σκηνές συγκλονιστικές. Ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης με επιχειρήματα προσπάθησαν να προκαταλάβουν τους τρεις «καταδικαστικούς» δικαστές.
Ο Τερτσέτης επιχείρησε με μια δραματική έξαρση, να συγκινήσει μάταια αλλά τα δάκρυά του δεν επηρέασαν τους «μιλημένους» δικαστές.. Ο Πολυζωίδης έδωσε επίσης την ύστατη μάχη του:
--Θεωρώ την απόφασίν σας εντελώς άδικον. Δεν στηρίζεται εις τας δημοσίως διαξαχθείσας αποδείξεις, αλλά επί ψευδεστάτης βάσεως. Είναι αντίθετος της κοινής γνώμης, κρίσεως και πεποιθήσεως. Και αποτελεί προσβολήν και αυτού του ιερού ονόματος της αληθείας..
Οι Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και Δημήτριος Πλαπούτας καταδικάζονται εις θάνατον ως ένοχοι εσχάτης προδοσίας!
Οι καταδικασθέντες όμως κρίνονται άξιοι της βασιλικής χάρης κατοπιν πιεσεων Πολυζωιδη και Τερτσετη..
Το τελευταίο μέρος της απόφασης δεν ακούστηκε στο δικαστήριο, αφού μόλις ανακοινώθηκε το «καταδικάζονται εις θάνατον», ξέσπασε μεγάλη αναταραχή. Και έτσι αναβάλλεται η εκτέλεση της απόφασης μέχρι της εκδίκασης της αίτησης χάριτος!
Την απόφαση υπογράφουν οι Δ. Βούλγαρης, Κ. Σούτσος και Φ. Φραγκούλης. Στα «πρακτικά» της δίκης δεν θα βρεις ποτέ την απόφαση. Στο τέλος της όμως θα βρεις δύο λευκά μέρη που άφησαν οι συντάχτες για να μπουν οι υπογραφές του Πολυζωίδη και του Τερτσέτη που με τη βία τους κάθισαν στις έδρες τους. «Τα λευκά αυτά μέρη του χαρτιού», γράφει ο Δ. Φωτιάδης, «είναι ίσαμε και σήμερα η μεγαλύτερη δόξα της δικαιοσύνης της πατρίδας μας».
Ο 64χρονος Κολοκοτρωνης σαν άκουσε το «καταδικάζονται εις θάνατον», μισοσταυροκοπήθηκε μ’ απορία και είπε:
--Κύριε Ελέησον! Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθεις εν τη βασιλειά Σου ..
Ύστερα είπε προς τους παρευρισκόμενους που γύρεψαν να τον παρηγορήσουν:
--Αντίκρυσα τόσες φορές το θάνατο και δεν τον φοβήθηκα. Ούτε και τώρα τον φοβάμαι»..
Καποιος του φώναξε συγκινημένος:
--Άδικα σε σκοτώνουν, στρατηγέ!
-'Γι’ αυτό λυπάσαι; Καλύτερα που με σκοτώνουν άδικα, παρά δίκαια..
Ο Πλαπούτας ομως δάκρυσε συλλογιζόμενος τι θα απογίνουν οι εφτά κόρες του και ο ανήλικος γιος του, Γιωργίκος. Του είπε ο Γέρος: --Βρε συ, δε ντρέπεσαι; Εσύ δε φοβήθηκες τους Τούρκους και τώρα κλαις; Κουράγιο ξάδερφε! Τ’ όνειρό μας ήταν να λευτερώσουμε την πατρίδα.Μη λυπάσαι το λοιπόν. Εμείς κάναμε το χρέος μας και αυτοί ας μας καταδικάσουν..
Μόλις τους βγάλανε από το δικαστήριο τους οδηγούν συνοδεία της βαυαρέζικης καβαλαρίας στο Ίτς Καλέ. Ο Κολοκοτρώνης που δεν άκουσε την απόφαση του δικαστηρίου για αίτηση χάριτος ξαφνιάζεται αφού περίμενε ότι θα τους οδηγήσουν στο εκτελεστικό απόσπασμα..
22 μηνες φυλακη.. 11 μήνες έμειναν φυλακισμένοι οι δυο στρατηγοι στο Ιτς Καλέ και άλλους 11 στο Παλαμήδι..
Τελικά έλαβαν χάρη μετά την ενηλικίωση του Όθωνα το 1835..
Ο λαός δεν ξέχασε ποτέ εκείνη τη μαύρη νύχτα της καταδίκης!
Το βράδυ εκείνο.. βγήκε για περίπατο ολόκληρο τ’ Ανάπλι.. Όλοι χαιρετούσαν τους Πολυζωίδη και Τερτσέτη..
Από μακριά τους είδε.. και πήγαινε προς το μέρος τους, ένας άνδρας μεσόκοπος.. Ψηλός και περήφανο παράστημα..
Στην αρχή οι δικαστές δεν τον κατάλαβαν.. αλλά όταν διέκριναν τον χαρακτηριστικό περιπλεγμένο κεφαλόδεσμο του και το αετίσιο βλέμμα, τον εγνωρισαν.. και ένα ρίγος τους κατέλαβε..
Ο άνδρας έτεινε και τα δυο χέρια να τους χαιρετήσει..
--Χαίρω πολύ!! Νικήτας Σταματελόπουλος..
--Ξέρουμε ποιος είστε, κύριε..
Ήταν ο ανεψιός του Κολοκοτρώνη, ο Τουρκοφάγος..
Τα ματιά του άρχισαν να βουρκώνουν.. αλλά με σταθερή φωνή τους είπε:
--Απόψε μου πήρατε τις δάφνες των Δερβενακιων!!
------
------
Από ένδεκα χρόνων, μαζί με τον πατέρα μου, έσερνα άρματα.
----
----
Ο Νικήτας Σταματελος (Σταματελόπουλος), γνωστότερος ως Νικηταράς γεννήθηκε το 1782, στη σημερινή Νέδουσα Μεσσηνίας η οποία τότε λεγόταν Μεγάλη Αναστάσοβα, των πισινών Χωριών του Μυστρά (σημερινή Νέδουσα Μεσσηνίας, στους πρόποδες του Ταϋγέτου, 25 χλμ από την πόλη της Καλαμάτας..
Η καταγωγή του εκ μέρους του πατέρα του ήταν από το χωριό Τουρκολέκα του Δήμου Φαλαισίας στη Μεγαλόπολη, προς τούτο και το δεύτερο παρατσούκλι του όπως και του πατέρα του ήταν «τουρκολέκας». Πατέρας του ήταν ο κλέφτης Σταματέλος Τουρκολέκας. Η μητέρα του λεγόταν Σοφία Καρούτσου του Δημητρίου και καταγόταν από το Λεοντάρι αλλά ταυτόχρονα ήταν αδελφή της συζύγου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, άρα ο Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ή Τουρκολέκας ήταν ανιψιός του Αρχιστράτηγου.
Μας διηγείται ο ίδιος στα απομνημονεύματά του που κατέγραψε ο Γεώργιος Τερτσέτης:
«Εγεννήθηκα εις ένα χωριό Μεγάλη Αναστασίτσα (Αναστάσοβα) αποδώθε από του Μυστρά προς την Καλαμάτα. Ο προπάππος μου ήτον Προεστός και ο πατέρας μου έφυγε δεκαέξι χρόνων και επήγε με τα στρατεύματα τα Ρούσικα στην Πάρο και ήτον πολεμικός. Τον εσκότωσαν εις την Μονεμβασιά μαζί με έναν αδελφό και μ’ έναν κουνιάδο μου. Από ένδεκα χρόνων, μαζί με τον πατέρα μου, έσερνα άρματα. Ετουφέκισα ένα Τούρκο στο Λεοντάρι…».
Η ενοπλη ζωή του Νικηταρά αρχίζει από 11 χρονών λοιπον, όταν για πρώτη φορά τουφέκισε έναν Τούρκο στο Λεοντάρι Μεγαλοπόλεως..
Μαθήτευσε κοντά στα δυο ξεφτέρια του κλεφτοπόλεμου, τον Ζαχαριά και τον Κολοκοτρώνη..
Βγήκε στο αρματολίκι ακολουθώντας τον πατέρα του. Διωγμένος και επικηρυγμένος ο πατέρας του, κατέφυγε σε μικρό συνοικισμό του Λεονταρίου, το χωριό Τουρκολέκα. Εκεί γεννήθηκαν οι γιοι του Νικόλαος και Γιάννης (1805), αδέλφια του Νικηταρά.. Αργότερα ο Νικητας εντάχθηκε στο «μπουλούκι» του περίφημου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη. Κοντά του έμαθε τα μυστικά της πολεμικής τέχνης, ξεχωρίζοντας για την ανδρεία και την ευρρωστία του. Ο Νικητας ηταν ψηλός, μελαχρινός, πρώτος στο πήδημα και γρήγορος στο τρέξιμο..
Η αλληλοεκτίμηση και η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ του καπετάνιου Μπαρμπιτσιωτη και του Νικηταρά, οδήγησαν τελικά στον γάμο του με την κόρη του Ζαχαριά, την Αγγελίνα..
------
------
«Η κεφαλή ήτο του Κολοκοτρώνη και η χειρ του Νικηταρά».
-----
-----
Το 1805, στο μεγάλο διωγμό των κλεφταρματολών.. ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στην Ζάκυνθο. Έκτοτε, δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Την αφοσίωση του Νικηταρά προς τον θείο του ο λαός την είπε με δύο λόγια. «Μπροστά πηγαίνει ο Νικηταράς και πίσω ο Κολοκοτρώνης» αλλά και θέλοντας να τονίσουν την στενή και άρρηκτη σχέση των δύο ανδρών έλεγαν: «Η κεφαλή ήτο του Κολοκοτρώνη και η χειρ του Νικηταρά».
Το ιδιο ετος (1805) πέρασε στη Ζάκυνθο, όπου κατετάγη στο Ρωσικό στρατό που πολεμούσε το Ναπολέοντα. Ο Ναπολέων νίκησε τους Ρώσους στο Αούστερλιτς και ο Νικηταράς επέστρεψε στα Επτάνησα, τα οποία παραδόθηκαν στο Ναπολέοντα και μπήκε στη δούλεψη των Γάλλων, μαζί με τον θείο του Κολοκοτρώνη, που εκείνη την εποχή ασκούσε το επάγγελμα του ζωέμπορου και χασάπη.
Το 1808, επέστεψε στο Μοριά μαζί με τον θείο του Κολοκοτρώνη για να βοηθήσει τον Αλή Φαρμάκη, που τον καταδίωκε ο Βελή πασάς. Στη συνέχεια, ασχολήθηκε με τη στρατολογία Αλβανών Τσάμηδων, στο πλαίσιο του σχεδίου των Γάλλων για τη δημιουργία ελληνοαλβανικού κράτους. Μετα τα Επτάνησα πέρασαν στους Άγγλους και έτσι ο Νικηταράς κατετάγη στον Αγγλικό στρατό σαν εθελοντής αξιωματικός, υπό τις διαταγές του κατοπινού αρχιστράτηγου του ελληνικού στρατού Ριχάρδου Τσωρτς.. και εστάλη στη νότια Ιταλία, για να πολεμήσει τον Βοναπάρτη. Όταν τα Τάγματα διαλύθηκαν παρέμεινε στη Ζάκυνθο..
Το 1816 οι Τούρκοι πιάνουν στα Βάτικα της Λακωνίας τον πατέρα του Σταματέλο, τον αδελφό του και τον κουνιάδο του, τους κόβουν τα κεφάλια και τα στέλνουν στην Τρίπολη στον Τούρκο διοικητή. Μαθαίνοντας τα άσχημα μαντάτα ο Νικηταράς ορκίζεται ότι όσο ζει θα σκοτώνει Τούρκους, έως ότου απαλλαγεί ο τόπος από δαύτους..
-----
-----
Πρωτος στη φωτια.
-----
-----
Στις 18 του Οκτώβρη του 1818 (ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα) μυήθηκε στη Φιλική εταιρεία από τον Ηλία Χρυσοσπάθη. Στην Εταιρεία μπήκε με το επώνυμο Σταματελόπουλος και όχι Σταματέλος όπως ήταν το πραγματικό του επώνυμο.
Με συντροφιά τον Αναγνωσταρά και αργότερα τον Δ. Πλαπούτα, περιόδευσε την Πελοπόννησο κατηχώντας πολλούς στο μεγάλο μυστικό και ετοιμάζοντας τον λαό για τον επερχόμενο ξεσηκωμό..
Τον Φλεβάρη του 1821 ξεμπαρκάρει στη Μάνη. Λίγο πιο πριν είχαν βγει Κολοκοτρώνης, Παπαφλέσσας και Αναγνωσταράς και προετοίμαζαν τον ξεσηκωμό του γένους. Στις 22-23 του Μάρτη μπήκαν στην Καλαμάτα με δυο χιλιάδες στρατό, Κολοκοτρώνης, Νικηταράς, Παπαφλέσσας, Πετρόμπεης, Μούρτζινος κλπ. και ξεκίνησαν την Επανάσταση.
Είχε ενστερνισθεί βαθιά τις απόψεις και τα σχέδια του θείου του και πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις για την κατάληψη της Τρίπολης που τότε ήταν το Διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο..
------
------
Το μολυβι για τα βολια.
------
------
Στήν ἀρχή τοῦ Ἀγώνα δέν ὑπῆρχε μολύβι γιά τά βόλια. Πῶς θά πολεμήσουν δίχως βόλια; Ὁ Νικηταράς συλλαμβάνει ἕνα παράτολμο σχέδιο. Μία λύση ὑπάρχει: ὁ μεντρεσές (ἱερό σπουδαστήριο τῶν Τούρκων) στό Ἄργος. Ἡ στέγη του ἦταν γεμάτη μολύβι, ἀλλά καί ἡ πόλη γεμάτη τουρκικό στρατό. Μιά νύχτα ἐπιτίθεται αἰφνιδιαστικά, τρέπει τόν ἐχθρό σέ φυγή καί φορτώνει στά ζῶα ὅλο τό μολύβι.
Στρατολογώντας ο Νικηταράς στα χωριά του Λεονταρίου στην περιοχή Σκορτσινού, βρήκε ένα τσοπανόπουλο με τ’ όνομα Θανάσης Τσοτσολάς. Αφού τον πλησίασε και πιάσαν τη συζήτηση, του είπε:
– Τέτοιο παλικάρι σαν εσένα τούτη την ώρα δεν είναι να φυλάει πρόβατα.
– Και τι να κάνω, του είπε ο Θανάσης.
– Να ’ρθεις κοντά μας να πολεμήσεις, να ελευθερώσουμε το γένος μας.
– Ρώτα τον πατέρα μου, του λέει.
– Μπάρμπα, του λέει ο Νικηταράς, δώσ’ μου το παλικάρι σου να ’ρθει μαζι μου να πολεμήσει την Τουρκιά.
– Και ποιος είσαι συ που μου ζητάς το γιο μου;
– Εγώ είμαι ο Νικηταράς.
– Ε, τότες παρ’ τον και να γυρίσετε νικητές.
----
----
Ιδου πεδιον δοξης Λαμπρον.. Βαλτετσι.
-----
-----
Με την έκρηξη της Επανάστασης, πήρε μέρος στην πρώτη μάχη που δόθηκε στο Βαλτέτσι της Αρκαδίας..
Οι Έλληνες επαναστάτες υπέστησαν σημαντική ήττα από τους Τούρκους της Τριπολιτσάς, όταν οι τελευταίοι έλυσαν την πολιορκία του Κάστρου της Καρύταινας, στις 31 Μαρτίου 1821. Παρά την αποτυχία αυτή, και παρά την αντίθετη γνώμη των υπόλοιπων αρχηγών που προτιμούσαν να δώσουν προτεραιότητα στην εκπόρθηση των μεσσηνιακών κάστρων, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επέμεινε στη στρατηγική σημασία της κατάληψης της Τριπολιτσάς, νευραλγικού κέντρου της οθωμανικής παρουσίας στην Πελοπόννησο.. Έτσι συνέστησε, στην Πιάνα, το πρώτο στρατόπεδο το οποίο αποσκοπούσε στον αποκλεισμό της πόλης.. Σταδιακά το σχέδιο του Κολοκοτρώνη έγινε αποδεκτό από τους άλλους οπλαρχηγούς..
Την κατάσταση βελτίωσε σημαντικά η πρώτη νίκη των επαναστατών, στο Λεβίδι, στις 14 Απριλίου. Μετά από αυτό το γεγονός, οι Έλληνες εκτος του στρατόπεδου της Πιάνας και δημιούργησαν νέα στρατόπεδα στο Βαλτέτσι και το Χρυσοβίτσι.
Όμως, στις 24 Απριλίου, οι Τούρκοι διέλυσαν το στρατόπεδο του Βαλτετσίου. Μόνο ο Δημήτρης Πλαπούτας κυνήγησε την οπισθοφυλακή τους μέχρι το χωριό Μάκρη. Μετά από αυτή την αποτυχία, ήταν ολοφάνερη η απουσία ενός γενικού αρχηγού της πολιορκίας που θα συντόνιζε τα πολιορκητικά στρατοπέδα. Τελικά, οι Έλληνες επέλεξαν ως αρχιστράτηγο τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη..
Ταυτόχρονα, οι Τούρκοι, που ήταν κλεισμένοι στην Τριπολιτσά, με αγωνία περίμεναν βοήθεια από τον Χουρσίτ, που βρισκόταν στα Γιάννενα και πολεμούσε τον Αλή Πασά. Ο Χουρσίτ έστειλε ισχυρό στράτευμα με επικεφαλής τον Κιοσέ Μεχμέτ, ο οποίος το χώρισε σε δύο τμήματα. Στο πρώτο ηγήθηκε ο ίδιος με τον Ομέρ Βρυώνη, με 8.000 στρατό και κατευθύνθηκε ανατολικά, νικώντας τους Έλληνες στη μάχη της Αλαμάνας αλλά αποτυγχάνοντας στη Γραβιά.
Το δεύτερο, που αποτελείτο από 3.500 περίπου Αλβανούς, κατευθύνθηκε προς τη δυτική Ελλάδα, υπό την ηγεσία του Κεχαγιάμπεη Μουσταφά..
Ο στρατός του Κεχαγιάμπεη πέρασε από το Αντίρριο στην Πάτρα, χωρίς απώλειες. Πυρπόλησε τη Βοστίτσα (Αίγιο) και στη συνέχεια νίκησε τους Έλληνες στο Άργος και έλυσε τις πολιορκίες σε Ακροκόρινθο και Ναύπλιο. Εναντίον του προσπάθησαν να αντισταθούν λίγοι αγωνιστές από το Λεβίδι οι οποίοι κράτησαν για λίγο την Ακρόπολη του Άργους
(Λάρισα) και λίγοι άνδρες του Νικηταρά, τους οποίους έστειλε ο Κολοκοτρώνης στο όρος Παρθένι, χωρίς αποτέλεσμα..
Έτσι τελικά ο Κεχαγιάμπεης μπήκε στην Τριπολιτσά, αναπτερώνοντας το ηθικό των Τούρκων που θεωρούσαν πια ότι ήταν σίγουρη η καταστολή της επανάστασης στην Πελοπόννησο..
-----
-----
Η λαχταρα του Κεχαγιαμπεη.
----
----
Οι Έλληνες ανακατέλαβαν το Βαλτέτσι στις 10 Μαΐου και επανασύστησαν το στρατόπεδο, έπειτα από πρόταση του Κολοκοτρώνη. Οχυρώθηκε η εκκλησία στο κέντρο του χωριού και μερικά σπίτια, και κατασκευάστηκαν ταμπούρια στους γύρω λόφους. Το στρατόπεδο θα βρισκόταν υπό την αρχηγία του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και τη γενική επίβλεψη είχε ο Κολοκοτρώνης.. Στο πρώτο ταμπούρι, στα ανατολικά, στο Χωματοβούνι, βρέθηκαν ο Ηλίας και ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης με όλους τους Μανιάτες. Στο δυτικό ο Μητροπέτροβας, ο Δημήτριος Παπατσώνης και άλλοι Μεσσήνιοι. Στο βορειοανατολικό ταμπούρι οχυρώθηκαν ο Ηλίας Δ. Φλέσσας και ο Νικήτας Φλέσσας, καθώς και Γορτύνιοι οπλαρχηγοί. Στην εκκλησία κλείστηκαν οι Μπουραίοι, ενώ οι σκοποί στην επάνω Χρέπα των Τρικόρφων θα ειδοποιούσαν, με καπνούς, για την πορεία των Τούρκων..
Τα χαράματα της 12ης Μαΐου, ο Κεχαγιάμπεης βγήκε από την Τριπολιτσά, με προορισμό το στρατόπεδο του Βαλτετσίου. Είχε πληροφορηθεί την επανασύστασή του και σκόπευε να το διαλύσει ώστε μετά να στραφεί προς τη Μεσσηνία και τη Λακωνία.. Το σημαντικότερο τμήμα του στρατού του, υπό τον Βαρδουνιώτη Ρουμπή, το έστειλε πρώτο, στα βόρεια του Βαλτετσίου, για να εμποδίσει τυχόν βοήθεια από τα στρατόπεδα της Πιάνας και του Χρυσοβιτσίου και να περικυκλώσει τους Γορτύνιους. Στη συνέχεια έστειλε άλλο δύο σώματα προς το Καλογεροβούνι, το Φραγκόβρυσο και τους Αραχαμίτες, προς τα νότια του χωριού. Τα σώματα αυτά είχαν σκοπό να βοηθήσουν τον Ρουμπή, αν χρειαζόταν, να εμποδίσει ελληνική βοήθεια από τα Βέρβενα και να αποκόψουν την οδό διαφυγής των υπερασπιστών του Βαλτετσίου. Το τουρκικό ιππικό πήρε θέση στους Αραχαμίτες και, τέλος, ακολούθησε πέμπτο τμήμα με κανόνια και πολεμοφόδια..
Οι Τούρκοι άρχισαν, με επικεφαλής τον Ρουμπή, την επίθεση, προσπαθώντας να περικυκλώσει τον ανατολικό και βορειοανατολικό προμαχώνα. Τότε κατέφθασε ο Κολοκοτρώνης, αφού ειδοποιήθηκε, και έβαλλε εναντίον του Ρουμπή, από ένα ύψωμα στα βόρεια του χωριού, καλώντας σε βοήθεια τον Δημήτρη Πλαπούτα, στην Πιάνα. Όταν έφτασε ο Πλαπούτας από τα βορειοανατολικά, ο Ρουμπής, που βρέθηκε πλέον περικυκλωμένος, ζήτησε ενίσχυση από τον Κεχαγιάμπεη. Εκείνος έστειλε Τούρκους από το Καλογεροβούνι για να επιτεθούν στο ταμπούρι των Μανιατών, για να ανακουφίσει έτσι τον Ρουμπή. Όταν αποκρούστηκε και εκείνη η προσπάθεια, ο Ρουμπής έβαλε κανόνια να χτυπήσουν τον κεντρικό προμαχώνα, εγχείρημα που απέτυχε οικτρά λόγω του ανώμαλου εδάφους. Ο Κολοκοτρώνης στάθηκε σε ένα ύψωμα και με φωνές έδωσε κουράγιο στον Μητροπέτροβα, ενώ αργότερα διέσπασε τον κλοιό και ανεφοδίασε τους οχυρωμένους στα ταμπούρια..
Η μάχη συνεχίστηκε μέχρι αργά τη νύχτα, χωρίς να υποχωρεί καμία πλευρά. Τα μεσάνυχτα έφτασαν στο Καλογεροβούνι Έλληνες αγωνιστές από τα Βέρβενα και τα ξημερώματα άλλοι 400. Το πρωί της 13ης Μαΐου, οι Τούρκοι ξεκίνησαν νέα επίθεση, χρησιμοποιώντας πάλι τα κανόνια τους, ξανά χωρίς επιτυχία..
Μετά από 23 ώρες γενναίας μάχης και από τις δύο πλευρές και ενώ ο Ρουμπής κινδύνευε με περικύκλωση, ο Κεχαγιάμπεης διέταξε υποχώρηση. Εξάλλου, οι Τούρκοι σκοποί στο Καλογεροβούνι είχαν δει να έρχεται από τα Βέρβενα ο Νικηταράς, ο Ιωάννης Κολοκοτρώνης και άλλοι..
---
----
Ο νεος "Αχιλλεας" αποκαλυπτεται.
------
------
Συνολικά οι Τούρκοι είχαν 300 νεκρούς και πάνω από 500 τραυματίες..
Ο Νικηταρας φωναζε: «Σταθῆτε, Περσιάνοι νὰ πολεμήσωμεν!»
Στην μάχη αυτή του βγάλαν το παρακάτω τραγούδι, διότι έτρεχε με το γιαταγάνι στο χέρι και κυνηγούσε τους Τούρκους, ενώ αυτοί υποχωρούσαν:
«Γειά σου ορέ Νικηταρά
που ’χουν τα πόδια σου φτερά,
μες στους κάμπους πας κοιμάσαι
και κανέναν δε φοβάσαι».
Η μάχη στο Βαλτετσι υπήρξε καθοριστική για το ηθικό των αντιμαχομένων. Οι Έλληνες, οι οποίοι πολέμησαν για πρώτη φορά κάτω από σωστή οργάνωση, πήραν θάρρος συνειδητοποιώντας την ανωτερότητά τους έναντι των Τούρκων, ενώ οι δεύτεροι κατάλαβαν ότι η επανάσταση ήταν κάτι σοβαρότερο από μία απλή εξέγερση ολιγάριθμων Ελλήνων..
2000 ‘Ελληνες με οπλαρχηγούς Κολοκοτρώνη, Νικηταρά, Μαυρομιχαλαίους, Αναγνωσταρά, Κεφαλά κλπ. νίκησαν 7000 Τούρκους..
----
----
Οι παρεξηγησεις.. στα Δολιανα.
-----
-----
Μετά το Βαλτέτσι ο Νικηταρας, πήρε εντολή από τον Κολοκοτρώνη να πάει να ελευθερώσει τ’ Ανάπλι. Περνώντας με το στράτευμά του από τα Δολιανά, ζήτησε από τους Δολιανίτες να του δώσουν για το δρόμο ένα φόρτωμα κρασί κι αυτοί δεν του το έδωσαν. Ο Νικηταράς με το στράτευμά του συνέχισε την πορεία του. Πριν φτάσει στο δρόμο για το Άργος έφτασε αγγελιοφόρος από τα Δολιανά, ότι έρχονται Τούρκοι και να γυρίσουν πίσω να τους βοηθήσουν.
Όταν το άκουσε αυτό ο αδελφός του Νικηταρά τους είπε: «Ένας να μην μείνει. Εμείς σας ζητήσαμε ένα φόρτωμα κρασί και δεν μας δώσατε ούτε ένα ποτήρι». Γυρίζει τότε ο Νικηταράς και επιπλήττει τον αδελφό του: «Τι είναι αυτά που λες; Εμείς πάμε στ’ Ανάπλι να πολεμήσουμε τους Τούρκους και τώρα που έρχονται αυτοί σε μας θα τους αφήσουμε;»
Διατάζει επιστροφή του στρατεύματος στα Δολιανα..
Μια ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης μάχης είναι ότι πρόκειται για μία από τις λίγες μάχες της Επανάστασης η οποία διεξήχθη μέσα σε οικισμό και όχι στην ύπαιθρο. Μάλιστα, στα Δολιανά διασώζονται ακόμα και σήμερα τα περισσότερα από τα 13 σπίτια στα οποία οχυρώθηκαν οι Έλληνες αγωνιστές, μαζί και αυτό στο οποίο ταμπουρώθηκε ο ίδιος ο Νικηταράς, το οποίο σήμερα είναι διατηρητέο κτήριο και λειτουργεί ως μουσείο..
Ο Κεχαγιαμπεης για να να διαλύσει τη δυσαρέσκεια που ξέσπασε μεταξύ των πολιορκημένων μετά από αυτή την αποτυχία του Βαλτετσιου.. αποφάσισε να επιτεθεί εναντίον του ελληνικού στρατοπέδου στα Βέρβενα. Αυτό το στρατόπεδο υπολόγιζε πως θα το διέλυε πιο εύκολα, καθώς ήταν το πιο απομονωμένο από αυτά που συνιστούσαν τον πολιορκητικό κλοιό γύρω από την Τριπολιτσά. Στη συνέχεια, μέσω Μυστρά, θα εισέβαλλε στη Μεσσηνία, καταπνίγοντας την Επανάσταση. Ακόμη κι αν το αυτό το τελευταίο δεν ήταν δυνατό, η διάλυση του στρατοπέδου θα άφηνε ανοιχτό το δρόμο προς το Άργος και την Κόρινθο, από όπου θα κατέφθαναν τουρκικές ενισχύσεις από την ανατολική Στερεά Ελλάδα..
Ο Νικηταράς μετέβη στα Δολιανά με εκατό άντρες, πενήντα από το στρατόπεδο του Χρυσοβιτσίου και πενήντα από το στρατόπεδο του Βαλτετσίου.. Σκοπό είχε να περιμένει να ενσωματωθούν στο ασκέρι του πενήντα επιπλέον άντρες από το στρατόπεδο των Βερβένων, με τελική κατεύθυνση το Άργος και το Ναύπλιο για να πάρει πολεμικές προμήθειες, αλλά και προς ενίσχυση των Μπουμπουλίνας, Τσώκρη
και Σταϊκόπουλου, κατόπιν αιτήματος των τελευταίων προς τον Κολοκοτρώνη για αποστολή βοήθειας και ενός αρχηγού.. Όμως κατά το εσπερινό φαγοπότι που έλαβε χώρα στον οικισμό των Δολιανών, ο αδερφός του Νικηταρά, Νικόλαος, ορέχτηκε μια ντόπια ονόματι Ελισάβετ. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να δημιουργηθεί παρεξήγηση με τους χωρικούς και το ασκέρι του να εκδιωχθεί από το χωριό κακήν κακώς, αναγκαζόμενο να διανυκτερεύσει στο ξωκκλήσι του Άη Γιάννη, λίγο έξω από το χωριό..
---
----
Ο Νικητας.. ο Τουρκοφαγος.
----
----
Στις 18 Μαΐου τα ξημερώματα, ισχυρή τουρκική δύναμη (4.000 άνδρες και κανόνια, κατά τον Σπ. Τρικούπη) υπό τον Κεχαγιάμπεη, βγήκε από την Τριπολιτσά, με στόχο τη διάλυση του ελληνικού στρατοπέδου στα Βέρβενα. Όταν έφτασε στις Ρίζες, ο Κεχαγιάμπεης χώρισε τη δύναμή του σε τρεις φάλαγγες. Η μία κίνησε για τα Δολιανά, έχοντας απώτερο στόχο να πλαγιοκοπήσει το στρατόπεδο των Βερβένων από τα νοτιοανατολικά. Η άλλη στράφηκε στα Βέρβενα και μία τρίτη μικρότερη, αποτελούμενη κυρίως από ιππικό, κατευθύνθηκε προς το διπλανό μικρό οικισμό Δραγούνι.
Τότε ξέσπασε μάχη κατά την οποία οι Έλληνες κατάφεραν, αν και κατά πολύ λιγότεροι, να σταματήσουν την προέλαση των Τούρκων, προκαλώντας τους μεγάλες απώλειες, σε μία μάχη που διήρκεσε όλη την ημέρα. Στο μεταξύ, ξεκίνησαν προς τα Δολιανά ελληνικές ενισχύσεις από το στρατόπεδο Βερβένων, αλλά αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω και να οχυρωθούν στο εκεί στρατόπεδο, όπου προέβαλαν αποτελεσματική αντίσταση στους Τούρκους. Κατόπιν, τους κυνήγησαν έως τα Δολιανά όπου, μαζί με τους άνδρες του Νικηταρά, συνέχισαν την καταδίωξη ολόκληρης της τουρκικής δύναμης.. Οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή και κλείστηκαν στην Τριπολιτσά, αφήνοντας εβδομήντα νεκρούς, δύο κανόνια και τρεις σημαίες..
Ήταν σε αυτή τη μάχη που ο Νικηταράς, επικεφαλής μόλις 600 ανδρών κατανίκησε τον στρατό του Κεχαγιάμπεη που ανήρχετο σε 6.000 άνδρες και σχεδόν τον αποδεκάτισε. Γι' αυτόν τον πραγματικό του άθλο, οι συμπολεμιστές του τον ονόμασαν «Τουρκοφάγο» που θα τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή..
Αν στη μάχη στο Βαλτέτσι διακρίθηκε για την ανδρεία του, στην μάχη των Δολιανών, η ιστορία τον πήρε στα φτερά της. Οι επευφημίες των συντρόφων του έφτασαν ίσαμε τα ουράνια και για πρώτη φορά.. Με αυτό το ονομα πέρασε στην ιστορία. Με αυτό έμεινε στη συνείδηση και την ψυχή των Ελλήνων..
Στα Δολιανά, τον Νικηταρά τον αγάπησαν.. Τον δέχτηκαν ως δικό τους ήρωα. Τον τίμησαν και τον τιμούν με κάθε τρόπο. Στο προαύλιο του Αη-Γιώργη, πολιούχου του χωριού, έχει στηθεί αναμνηστική στήλη, αφιέρωμα των απανταχού Δολιανιτών. Στον τόπο που έγινε η μάχη, στην χαράδρα του Τσάκωνα, απέναντι από τα σπίτια του Χριστοφύλη όπου είχαν ταμπουρωθεί ο Νικηταράς και ο Καραμήτρος, δημιουργήθηκε πλατεία με το όνομα του και στήθηκε η προτομή του. Ακόμη, η γιορτή της επετείου, αποτελεί λόγο και αιτία συνάθροισης των απανταχού Δολιανιτών, των Τουρκολεκιωτών και των άλλων Συνελλήνων που επισκέπτονται το χωριό για να αποτίσουν φόρο τιμής στον ήρωα αλλά και όλους, όσοι έδωσαν το αίμα τους για την λευτεριά..
----
----
Ο Νικητας.. των ειδικων αποστολων.
------
------
Αφού πέρασε λίγος καιρός από τις δίδυμες μάχες, ο Κολοκοτρώνης τον έστειλε επικεφαλής της δύναμης που πολιορκούσε το Ναύπλιο. Από εκεί έφυγε για την Ανατολική Στερεά. Οι επαναστατημένοι Αθηναίοι τον εξέλεξαν αρχηγό τους. Οι Μαυρομιχαλαίοι όμως δυσφόρησαν για την ενέργεια αυτή των Αθηναίων. Ο Νικηταράς (που δεν ήθελε να δημιουργεί προβλήματα και έριδες) έφυγε για την Λειβαδιά. Βοήθησε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στην προσπάθεια του να ανακαταλάβει την πόλη. Υπήρξε πολυ δυνατή η αδελφική φιλία των δυο ανδρων..
-----
----
Τριπολιτσα.. Ο στοχος νο1.
------
------
Στην Τριπολιτσα η δύναμη των πολιορκητών συνεχώς ενισχυόταν και τις παραμονές της Άλωσης είχε φθάσει τους 10.000 άνδρες. Ο κλοιός έσφιγγε διαρκώς και η πόλη υπέφερε. Οι αποθήκες των τροφίμων είχαν σχεδόν αδειάσει, τα χρήματα είχαν εξαντληθεί και οι αρρώστιες θέριζαν. Στην πόλη υπήρχαν 35.000 ψυχές, Τούρκοι, Χριστιανοί, Αλβανοί και Εβραίοι..
Τότε ο Κολοκοτρώνης συνέλαβε την ιδέα να κατασκευαστεί περιφερειακή τάφρος γύρω από την πόλη για να δυσκολέψει περισσότερο τη ζωή των πολιορκημένων. Η τάφρος κατασκευάστηκε ταχύτατα από τους χωρικούς και η όλη τοποθεσία ονομάστηκε Γράνα. Γύρω και πίσω από αυτή τοποθετήθηκαν τα τέσσερα ελληνικά σώματα, με επικεφαλής τους Κολοκοτρώνη, Μαυρομιχάλη, Γιατράκο και Αναγνωσταρά. Οι επαναστάτες είχαν στη διάθεσή τους ένα παμπάλαιο κανόνι και οι πολιορκούμενοι 30.
Απόντος του Μωρια-Βαλεσί, Χουρσίτ Πασά, ο Μουσταφάμπεης, που είχε το γενικό πρόσταγμα στην πόλη, αντιλήφθηκε γρήγορα την κίνηση του Κολοκοτρώνη και στις 18 Αυγούστου ενήργησε επίθεση με ιππικό για να διασπάσει τον κλοιό των Ελλήνων. Απέτυχε και οι δυνάμεις του επέστρεψαν στην πόλη έχοντας υποστεί μεγάλες απώλειες. Μπέηδες και αγάδες άρχισαν τότε να συσκέπτονται για τους όρους της παράδοσης, καθώς δεν υπήρχε ελπίδα σωτηρίας.
Όμως τους πρόλαβε ένας απλός στρατιώτης, ο Μανώλης Δούνιας από τον Πραστό Κυνουρίας. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα Παρασκευή, μαζί με δύο συντρόφους του αναρριχήθηκε στα τείχη της πόλης που έφθαναν τα πεντέμισι μέτρα ύψος και εισήλθε στην Τριπολιτσά, εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία του με τον φύλακα του προμαχώνα. Αφού τον εξουδετέρωσε, άνοιξε την Πύλη του Μυστρά και οι Ελληνες επαναστάτες εισόρμησαν στην πόλη. Οι κάτοικοί της αντιστάθηκαν, χωρίς επιτυχία, επί δίωρο.
-----
-----
Το μακελειο.
------
------
Επακολούθησε άγρια σφαγή του πληθυσμού και πρωτοφανές πλιάτσικο. Μάταια οι οπλαρχηγοί προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τους μαινόμενους επαναστάτες. «Το ασκέρι, όπου ήτον μέσα, το Ελληνικόν, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άνδρες, τριάντα δύο χιλιάδες, μία ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς. Ένας υδραίος έσφαξε ενενήντα. Έλληνες εσκοτώθηκαν εκατόν» γράφει στα Απομνημονεύματά του ο Κολοκοτρώνης.
Η εκδικητική μανία των επαναστατών εκδηλώθηκε όχι μόνο σε βάρος των Τούρκων, αλλά και των Εβραίων που είχαν δείξει εχθρική στάση απέναντι στην Επανάσταση, και των Ελλήνων που είχαν χαρακτηριστεί τουρκολάτρες, όπως ο πρόκριτος Σωτήρης Κουγιάς. Αντίθετα, οι Αλβανοί της Τριπολιτσάς αποχώρησαν συντεταγμένα με τη συνοδεία ελλήνων μαχητών, καθώς είχαν έλθει σε συμφωνία με τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη.
Η Άλωση της Τριπολιτσάς αποτέλεσε σταθμό για την εδραίωση και την εξέλιξη της Επανάστασης. Ολόκληρη η Πελοπόννησος βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων, εκτός των φρουρίων, Πατρών, Μεθώνης, Κορώνης και Ναυπλίου, τα οποία πολιορκούνταν στενά.
Στον Νικηταρα εκτός των άλλων ανέθεσε ο Κολοκοτρώνης να επιτηρήσει την κατάπαυση της σφαγής, η οποία κράτησε τρεις μέρες.. Μεταξύ των ελάχιστων που αρνήθηκαν να πάρουν μέρος στην διανομή τψν λαφυρων ήταν και ο Νικηταράς.. και παλεψε καί εσωσε ἕνα μεγάλο μέρος αἰχμαλώτων..
------
------
Ο σταυραδελφος.. Δυσσεας.
----
----
Στις 9 του Δεκέμβρη η Πελοποννησιακή Γερουσία εκλέγει τους πρώτους τέσσερις στρατηγούς: τον Κολοκοτρώνη, τον Νικηταρά, τον Β. Πετμεζά και τον Π. Γιατράκο.
Όπως διηγείται ο Μακρυγιάννης, η εντιμότητα του Νικηταρά δεν είχε μέτρο. Όταν πήρε εντολή από τον Κωλέττη να πάει να συναντήσει τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στον Παρνασσό, έστειλε κρυφά αγγελιοφόρο στον Οδυσσέα ο Κωλέττης και του έλεγε ότι έρχεται ο Νικηταράς να σε σκοτώσει και να πάρει το στράτευμα. Μαθαίνοντας αυτό ο Οδυσσέας, έστησε μπλόκο και έπιασε τον Νικηταρά αιχμάλωτο. Αφού τον αλυσοδέσανε, τον πήγαν στη σπηλιά που έμενε ο Οδυσσέας. Μόλις αντίκρυσε τον Οδυσσέα του είπε:
--Τι καμώματα είναι αυτά Δυσσέα;
Και αυτός του είπε το ιστορικό με τον Κωλέτη. Τότε του είπε ο Νικηταράς:
--Επειδή και στο μέλλον θα επιχειρήσουν τα ίδια, εγώ προτείνω να γίνουμε αδελφοποιτοί..
Ο Οδυσσέας τον κοίταξε με ντροπή, διότι μπορεί να είχε σκοτώσει έναν φίλο του και πολύτιμο αγωνιστή του έθνους. Παίρνει ο Νικηταράς το γιαταγάνι του και χαράζει το χέρι του να τρέξει αίμα.
--Αν με πιστεύεις κάνε και συ το ίδιο..
Τότε ο Οδυσσέας χαράζει το χέρι του και το βάζει πάνω στο χέρι του Νικηταρά κι έγιναν αδέλφια.
-----
-----
Η τουρκικη αντεπιθεση.
-----
-----
Τις επομενες μερες του Δεκέμβρη του ᾽21 τον βρίσκουμε να πολιορκεί το Ναύπλιο. Η πολιορκία αυτή υπήρξε ατυχής και μάλιστα κινδύνευσε σοβαρά να αιχμαλωτισθεί από τους Τούρκους.
Τον Απρίλη του ’22 με 700 παλικάρια παίρνει μέρος στην μάχη της Στυλίδας και της Αγίας Μαρίνας στο πλευρό του Ανδρούτσου.
Η κορυφαία μετά τα Δολιανά στιγμή της ζωής του έφτασε. Η Τουρκία απαλλαγμένη από τον Αλή πασά και τους όποια εσωτερικά της προβλήματα, πήρε την απόφαση να συντρίψει κάθε αντίσταση στην Πελοπόννησο.
Αρχηγός αυτής της πανστρατιάς ορίστηκε ο Χουρσιτ πασάς. Έξυπνος στρατηλάτης, ανδρείος αλλά άγριος και ωμός. Ο Χουρσιτ μισούσε τους Έλληνες, και περισσότερο τους Πελοποννήσιους, γιατί στην άλωση της Τρίπολης κατάσχεσαν τους θησαυρούς του και αιχμαλώτισαν τις γυναίκες του. Εκατό και πλέον πλοία ήταν έτοιμα να λάβουν μέρος στην εκστρατεία. Στον ισχυρό αυτό στόλο συμμετείχαν Τουρκικά πλοία αλλά και από την Αλγερία, την Τύνιδα και την Αίγυπτο.
Την τελευταία στιγμή (πιθανόν λόγω κάποιας μυστικής συκοφάντησης εκ μέρους των αντιπάλων του) ο Χουρσιτ αντικαταστάθηκε και η αρχηγία δόθηκε στον Μαχμούτ πασά, τον γνωστό μας Δράμαλη. Ο Δράμαλης είχε αρκετά θετικά αλλά και αρνητικά χαρακτηριστικά. Ενώ είχε ευγενική καταγωγή, ήταν νέος, ακμαίος, ωραίος, πλούσιος και ριψοκίνδυνος παράλληλα ήταν αλαζόνας, καυχησιάρης, ματαιόδοξος και ανόητος. Κυρίως όμως φιλοχρήματος. Απόδειξη αυτής της αδυναμίας του αποτελεί το γεγονός της Ακροκορίνθου. Όταν ανακάλυψε τον θησαυρό του Κιαμήλ πασά, με ιδιαίτερη απληστία και χωρίς κανένα ενδοιασμό τον καταχράστηκε, παίρνοντας συγχρόνως ως σύζυγο του την ωραιότατη χήρα του Κιαμήλ.
----
-----
Ο σουλτανικος συρφετος στην Πελοποννησο.
-----
-----
Στα τέλη του Ιούνη του 1822, το στράτευμα κίνησε για την Πελοπόννησο. Τριάντα χιλιάδες ήταν οι άνδρες που συγκεντρώθηκαν στην Λάρισα. Ισχυρό πυροβολικό, είκοσι χιλιάδες πολεμικά άλογα, τριάντα χιλιάδες μεταγωγικά άλογα και μουλάρια, και πεντακόσιες καμήλες. Μπροστά πήγαιναν οι Δερβίσηδες και οι ιμάμηδες που με στεντόρειες φωνές απήγγειλαν κείμενα του Κορανίου, ενώ άλλοι τραγουδούσαν θρησκευτικά τραγούδια και πολεμικούς θούριους. Ακολουθούσαν οι πολεμιστές και πολλοί υπάλληλοι, αστρολόγοι, νεκρομάντεις, θαυματοποιοί, πωλητές καπνού, οπίου, ποτοπώλες, υπηρέτες, αργυραμοιβοί, δήμιοι κ.α.
Όπου περνούσε αυτός ο συρφετός άφηνε αποκαΐδια κι ερημιά. Ο σουλτάνος πανηγύριζε για τις καταστροφές που προκαλούσε στο διάβα του ο Δράμαλης. Μάλιστα, όταν έφτασε στα Γεράνεια όρη, ανέβηκε στην θέση που λέγεται «Αέρες» και μεθυσμένος από χαρά και ικανοποίηση για την επιτυχία του, άρχισε να μοιράζει στους αξιωματούχους του τις επαρχίες της Πελοποννήσου. Στις 5 του Ιούλη, η στρατιά πέρασε τον Ισθμό. Κατέλαβε χωρίς καμιά αντίσταση την Κόρινθο και προχώρησε στην Αργολίδα, περνώντας από τα Δερβενάκια. Η αλαζονεία του τον τύφλωνε. Ούτε για μια στιγμή δεν πέρασε από το νου του ότι πίσω του έκλειναν οι πόρτες.
Ότι «εκλείσθησαν αι πύλαι» όχι μόνο της στρατιωτικής του πορείας αλλά γενικότερα ολόκληρης της ύπαρξης του.
----
----
"Να πειτε χαιρετισματα στου Δραμαλη τη μανα".
----
----
Ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης στο βιβλίο του «Η καταστροφή του Δράμαλη» εξιστορεί μοναδικά και λεπτομερειακά, όλα όσα διαδραματίστηκαν στην Αργολίδα. Η θέση των Τούρκων είχε καταντήσει δεινή. Ο στρατός υπέφερε από την πείνα και την δίψα. Την οδυνηρή αυτή κατάσταση επιβάρυναν ακόμη περισσότερο, απρόβλεπτες ασθένειες και επιδημίες. Ο Δράμαλης αναγκάστηκε να πάρει την πικρή και μοιραία απόφαση. Έδωσε την εντολή να γυρίσει η στρατιά στην Κόρινθο. Λογάριασε όμως με σύμβουλο του την ανάγκη. Λησμόνησε τον Κολοκοτρώνη.
«Και περί τον όρθρον της 26 Ιουλίου εξεκίνησαν εξ Άργους πανστρατιά, διευθυνόμενοι προς το στενόν του Δερβενακίου, δι᾽ου είχον εισβάλει πρό τινων ημερών εις την Αργολίδα. Ώδευον, διηρημένοι εις δύο φάλαγγας (κολώνας). Ένεκα δε της πληθύος των στρατευμάτων και των κτηνών, εφαίνοντο μακρόθεν, ως παμμεγίστη μελανή νεφέλη, επισκιάζουσα την πεδιάδα όλην». (Η καταστροφή του Δράμαλη. σελ.139).
Ο Νικηταράς ήταν κι εδώ παρών. Αρχικά συμμετείχε στην απόκρουση των Τούρκων στα Δερβενάκια, όπου διέλυσε την εκεί φρουρά. Κατόπιν, ανέβηκε στον Άγιο Σώστη και ταμπουρώθηκε στα στενά της χαράδρας. Με την θέση που επέλεξε και τον ηρωισμό του, κατάφερε να συντρίψει μεγάλο μέρος του στρατού που οπισθοχωρούσε. Οι Τούρκοι άφησαν εκεί περισσότερους από 3.000 νεκρούς. Μετά δύο μέρες επαναλαμβάνει τον άθλο του στη μάχη που έγινε στο Αγιονόρι. Εξολόθρευσε στην κυριολεξία το τμήμα των Τούρκων που επεχείρησε να περάσει από εκεί. Οι Τούρκοι μέσα στη σύγχυση και τον πανικό τους άφησαν πίσω τους πάνω από 600 νεκρούς. Η συμβολή του Νικηταρά και αυτή την φορά υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική και αποφασιστική. Ο Δράμαλης (σε πλήρη απόγνωση) κατάφερε να ανέβει σ᾽ ένα γάιδαρο για να μπορέσει να φτάσει στην Κόρινθο. Αλλά και ο γάιδαρος μέσα στην αντάρα σκοτώθηκε. Ο Δράμαλης πεζός, έφτασε στην Κόρινθο εξουθενωμένος, ρακένδυτος και χωρίς σαρίκι. Ο εγωισμός και η περηφάνια του πληγώθηκαν αγιάτρευτα. Ποτέ δεν ξεπέρασε την ντροπή των Δερβενακίων. Έπεσε σε βαριά μελαγχολία. Αδύναμος και ταλαιπωρημένος αρρώστησε από πνευμονία η οποία τελικά τον οδήγησε στον θάνατο, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Δημητρίου του 1822.
-----
-----
Τα τεσσερα σπαθια!!!!
-----
-----
Σ’ αυτήν τη μάχη ο Νικηταράς έσπασε τρία γιαταγάνια, και στο τελος της μαχης το τεταρτο ειχε σπασει και αυτο! Τοτε έκαναν προσπάθεια οι στρατιώτες του να του το βγάλουν από τη χούφτα του, διότι είχε μουδιάσει το χέρι του και δεν άνοιγε.. και χρειάστηκε η βοήθεια γιατρού. Σ’ αυτήν τη μάχη εδραιωθηκε το προσωνύμιο «Τουρκοφάγος», διότι όπως τον αντίκρυσαν μέσα στα αίματα, έμοιαζε με σαρκοφάγο ζώο.
----
----
Η διασωσις του Αρβανιτη.
----
----
Ὁ πολέμαρχος κατευθύνεται στό ταμπούρι του. Μά κάποια βογγητά τόν σταματοῦν. Βρίσκει μέσα στά χαμόκλαδα ἕναν πληγωμένο Ἀρβανίτη πού τόν ἱκέτευε..
--Σκότωσέ με, Γκιαούρ..
Ἀλλ᾿ ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίνεται λεβέντικα·.
--Γιά τζελάτη (δήμιο) μέ πέρασες, ἄπιστε;
Ἀμέσως τόν παίρνει στόν ὦμο του, γιά νά τόν πάει στό ταμπούρι του καί νά τόν δεῖ γιατρός. Στό δρόμο τά παλληκάρια ἔκπληκτα φωνάζουν..
--Ὅλοι κουβαλᾶνε λάφυρα κι ὁ Νικηταράς πῆρε ἕναν λαβωμένο Ἀρβανίτη στήν πλάτη!
Ἐνῶ εἶχε προχωρήσει ἀρκετά, ὁ καπετάνιος ἀντιλαμβάνεται πώς ὁ Τουρκαρβανίτης τοῦ κόβει τά μαλλιά μ᾿ ἕνα μαχαίρι.
-- Ἄπιστε Ἀρβανίτη», ἐγώ πασχίζω πῶς νά σοῦ σώσω τή ζωή καί σύ μέ τό μαχαίρι σου θέλεις νά μέ σκοτώσεις;
Κι ὁ πληγωμένος διαμαρτύρεται..
--Ὄχι, λίγα μαλλιά ἔκοψα, γιά νά τά ἔχω θυμητάρι ἀπ᾿ τήν ἀφεντιά σου. Ἄν ζήσω, γκόλφι μου (φυλακτό) θά τά κάνω..
Σάν ἔφθασαν, φωνάζει τόν γιατρό Παναγιώτη Γιατράκο, γιά νά φροντίσει τόν ἀλλόθρησκο.
---
---
"Το σπαθί αυτό, μόνον όταν το κρατεί το χέρι του Νικηταρά έχει αξία".
----
----
Μετά την μάχη στα Δερβενάκια, συγκεντρώθηκαν τα λάφυρα σε τεράστιους σωρούς. Πολλοί Ἕλληνες ἁρπάζουν τή λεία τοῦ ἐχθροῦ. Αξιωματικοί και στρατιώτες μαζεύτηκαν για την μοιρασιά.
Κάποιοι πρόσεξαν πως ένας συναγωνιστής τους έλειπε από την συντροφιά. Ήταν ο Νικηταράς. Παρά την άρνηση του να πάρει κι αυτός κάποια λάφυρα, στο τέλος και μετά από την επιμονή των συντρόφων του, πήρε μια σέλα, μια ταμπακέρα ξυλόγλυπτη κι ένα σπαθί. Την σέλα χάρισε αμέσως σε συμπολεμιστή και φίλο του. Την ταμπακέρα, την έστειλε στην γυναίκα του Αγγελίνα με το σημείωμα «Την στέλνω σε σένα που αγαπώ ύστερα από την Πατρίδα. Λάβε την για να με θυμάσαι». Το ξίφος το έστειλε στην Ύδρα για τις ανάγκες του στόλου. Οι πρόκριτοι όμως του νησιού, το επέστρεψαν λέγοντας ότι το σπαθί αυτό, μόνον όταν το κρατεί το χέρι του Νικηταρά έχει αξία.
Την ίδια εποχή – λέγεται – ότι χάρισε ένα μικρόσωμο άλογο χωρίς ουρά στον λαϊκό στιχουργό του αγώνα Τσοπανάκο ενώ σε κάποιο νησί πρότεινε κι έστειλαν μια καμήλα. Οι νησιώτες που δεν είχαν ξαναδεί τέτοιο ζώο, ύστερα από σκέψη πολλή και με την σύμφωνη γνώμη του γεροντότερου, αποφάσισαν πως πρόκειται για «χιλιόχρονο λαγό».
Η αφιλοκέρδεια και η ανιδιοτέλεια του Νικηταρά έμεινε παροιμιώδης. Ποτέ δεν ζήτησε και ποτέ δεν πήρε.
----
----
Στη δινη του Εμφυλιου.
-----
-----
Στις 22 Δεκεμβρίου του 1823, στην διάρκεια του πρώτου εμφυλίου, ο Νικηταρας έγραψε στον Κουντουριώτη:
«…Αδελφοί η Ελλάς πάσχει και κινδυνεύει να χαθεί όχι βέβαια από τους εχθρούς της αλλά από την ασυμφωνία των τέκνων της».
Στις εμφύλιες διαμάχες του 1823, ο Νικηταράς τάχθηκε με το μέρος του Κολοκοτρώνη και κατά της κυβερνήσεως του Γεωργίου Κουντουριώτη. Στις 24 Ιουλίου 1825 ο Νικηταράς ήταν ένας από εκείνους που αρνήθηκαν να υπογράψουν το «Ψήφισμα της Υποτέλειας», που αναγνώριζε ως μοναδική προστάτιδα δύναμη της Ελλάδας τη Μεγάλη Βρετανία. Ο νέος κυβερνήτης Ιωάννης Κωλέττης, κάλεσε τον Γκούρα από την Ρούμελη να κατέβει με στρατό στην Πελοπόννησο για να επιβάλει τον κυβερνητικό νόμο και την τάξη. Ο Νικηταράς έστειλε επιστολή στον Γκούρα να μην αποτολμήσει τέτοια επαίσχυντη πράξη, όμως εκείνος αδιαφόρησε, έφτασε στην Πελοπόννησο με 4000 άνδρες και επιτέθηκε στον Νικηταρά, που αποτραβήχτηκε στα Καλάβρυτα μετά στην Ηλεία και στη συνέχεια με καΐκι πέρασε στην Δυτική Στερεά και πήγε στο Μεσολόγγι.
----
----
Υπερασπιστης της Ιερας Πολεως.
----
----
Εκεί εντάχθηκε στην υπηρεσία του Δημητρίου Μακρή και τον Ιούλιο του 1825 πολέμησε στο πλευρό των υπερασπιστών της πόλεως στην δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου κατα του Κιουταχη..
Τότε του έρχεται γράμμα από την Διοίκηση να κατέβει στο Μοριά, γιατί ο Ιμπραήμ Πασάς αλώνιζε στην Πελοπόννησο. Όταν έμαθαν την διαταγή οι Μεσολογγίτες στεναχωρήθηκαν πολύ. Συνήλθαν σε συνέλευση οι κεφαλές και υπερασπιστές του Μεσολογγίου και του απεύθυναν το εξής γραπτό (θα σας γράψω ένα τμήμα):
"Πρός τον Γενναιότατον στρατηγόν Νικήταν Σταματελόπουλον.
Επειδή αναγκάζεσαι να αναχωρήσεις από το πολύπαθο Μεσολόγγι, εμείς και οι κάτοικοι του Μεσολογγίου σ’ ευχαριστούμε για τις υπηρεσίες που προσέφερες, την γενναιότητα σου, τα γενναία σου φρονήματα…
Λυπούμαστε αφάνταστα για την στέρησιν της ηρωικής σου και φιλογενούς ψυχής σου. Γι’ αυτό να κρατήσεις την επιστολή αυτή με τις υπογραφές μας.
Εν Μεσολογγίω τη 29 Ιουλίου 1825.
Οι πατριώται κάτοικοι του Μεσολογγίου
Αναστάσιος Παλαμάς, Χρήστος Καψάλης, (ο μετέπειτα ήρωας του Μεσολογγίου)"
και συνεχίζουν άλλες 13 υπογραφές.
Μετά την χορήγηση αμνηστίας, ενόψει της εισβολής του Ιμπραήμ, επέστρεψε στην Πελοπόννησο επικεφαλής στρατιωτικού τμήματος και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες.
Όταν ο Νικηταράς έφθασε στον Πύργο στις 6 Αυγούστου του 1825, τους έστειλε γράμμα στο Μεσολογγι με αγγελιοφόρο που τους τόνιζε:
«να προσέχετε την πόλη μου, που κι εγώ αγάπησα, και να ξέρετε ότι είναι δύσκολο
να σας βοηθήσω λόγω του Ιμπραήμ.
Εκ Πύργου τη 6 Αυγούστου 1825.
Ο ειλικρινής αδελφός σας
Νικήτας Σταματελόπουλος».
----
----
Οι δαφνες.. της Αραχοβης.
----
----
Η ταπεινότητα του Νικηταρά δεν του επέτρεπε να χρησιμοποιεί τον τίτλο του στρατηγού. Τον Οκτώβριο του 1826 ο Νικηταράς με 800 αγωνιστές πηγαίνει σε βοήθεια του Καραϊσκάκη στη Ρούμελη. Εκεί μαζεύονται περίπου 3.000 αγωνιστές Μωραΐτες, Ρουμελιώτες, Ηπειρώτες. Στη συνέλευση των αρχηγών συζητούν και τη διοίκηση του στρατεύματος. Οι Ηπειρώτες πρότειναν τριμελή συναρχηγία από τους Καραϊσκάκη, Νικηταρά και Κωστα Μπότσαρη. Ο Καραϊσκάκης αντέδρασε στην πρόταση των Ηπειρωτών και είπε ότι στη μάχη «ένας κάνει κουμάντο». Τότε σηκώθηκε ο Νικηταράς και τους είπε ότι σωστά τα λέει ο Καραϊσκάκης και δεν έχει πρόβλημα, αλλά είναι τιμή του να είναι υπό τις διαταγές του Καραΐσκου. Έτσι κι έγινε.
Φάνηκε και πάλι ο πατριωτισμός και η ταπεινοσύνη ενός τέτοιου ήρωα. Στη συνέχεια έγινε η μεγάλη νικηφόρα μάχη της Αράχοβας. Είναι χαρακτηριστικό η σειρά, που πήρε τ’ όνομά του στην αναφορά των καπεταναίων προς την Κυβέρνηση: «Εκ του στρατοπέδου της Ράχοβας 26 Νοεμβρίου 1826, Γεώργιος Καραΐσκάκης, Νικήτας Σταματελόπουλος… »
Γύρισε εσπευσμένα στο Ναύπλιο γιατί αρρώστησε βαριά από πλευρίτιδα. Μετά την θεραπεία του ακολούθησε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και πήρε μέρος σε πολλές μάχες κατά του Ιμπραήμ..
----
----
Στο Φαληρο μαζι με τον Καραϊσκο.
-----
-----
Βρισκόμενος στο στρατόπεδο του Φαλήρου τον Απρίλιο του 1827 υπό τις διαταγές του Γεωργίου Καραΐσκάκη, τους κάλεσε ο Κόχραν στο καράβι του απ’ όπου διοικούσε όλο το ελληνικό στράτευμα για να πάρουν απόφαση για την απελευθέρωση των Αθηνών που κατείχε ο Κιουταχής. Πρώτος μίλησε ο Καραϊσκάκης, ο οποίος απέρριψε τον εγγλέζικο τρόπο επίθεσης κατά των Τούρκων. Δεύτερος μίλησε ο Νικηταράς. Έκανε εντύπωση στους Άγγλους αξιωματικούς το παράστημά του (ψηλός, λιγνός και μάτι εκδικητικό), αλλά και η πολεμική του κατάρτιση, που στο τέλος τον έκαμψε και πήραν παράταση για την επίθεση. Είναι γνωστό ότι μετά από δύο μέρες δολοφονήθηκε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, έγινε η καταστροφή του στρατοπέδου του Φαλήρου από τον Κιουταχή και ήταν μεγάλες οι απώλειες των Ελλήνων στρατιωτών αλλά και γνωστών οπλαρχηγών.
Βλέποντας το κακό που έγινε ο Νικηταράς, ήδη τραυματίας κι αυτός, αρπάζει μια σημαία και τους λέει:
--Αδέλφια, εάν δεν ορίσουμε έναν Έλληνα αρχηγό να κουμαντάρει τ’ ασκέρι χαθήκαμε..
Ρωτάνε τα παλικάρια:
--Ποιον να βάλουμε;
--Τον Κίτσο τον Τζαβέλα. τους απαντά και δέχονται τα παλικάρια. Ούτε και τώρα πρότεινε τον εαυτό του. Ανεβαίνει στο πλοίο του Τσουρτς και του ανακοινώνει την απόφαση του στρατού. Ο Τσουρτς την αποδέχεται, αλλά δυστυχώς δεν την αποδέχεται ο Κίτσος Τζαβέλας. Έτσι διαλύθηκε το στρατόπεδο του Πειραιά και ο καθένας πήγε στα μέρη του και ο Νικηταράς γύρισε με τα εναπομείναντα παλικάρια του στο Μοριά.
Εδώ, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι μαζί τους πολέμησε ένας από τους πιο τίμιους και γνήσιους φιλέλληνες. Πρόκειται για τον Αμερικανικής καταγωγής Τζώρτζ Τζάρβις (George Jarvis) ο οποίος μετά από πολλές μάχες στο πλευρό του Κολοκοτρώνη, πέθανε στο Άργος στις 11 Αυγούστου του 1828, σε ηλικία 31 χρονών.
-----
-----
Το διωξιμο του Ιμπραημ.
-----
-----
Ο Νικηταράς, ο πιο άφθαρτος στρατηγός από τους εμφυλίους πολέμους και ο πιο τίμιος, διορίζεται από τον Κολοκοτρώνη υπεύθυνος στρατολόγησης της Μεσσηνίας για να αντιμετωπίσουν τον Ιμπραήμ. Ιδού ένα μέρος της επιστολής:
«Προς τον Γενναιότατον στρατηγόν
Νικήταν Σταματελόπουλον.
Διορίζεσαι άμα λάβης την παρούσαν μου να παραλάβης υπό την οδηγίαν σου ενταύθα στρατιώτας, και στρατολογήσης μ’ όλην την δυνατήν ταχύτητα όσους οπλοφόρους μπορείς… Θέλεις δε μου γράφεις συχνά και κάθε συμβάν περίεργον προς οδηγίαν μου.
5 Ιουνίου 1827 Άργος
Ο Γενικός Αρχηγός
των Πελοποννησιακών Στρατευμάτων
Θ. Κολοκοτρώνης».
Την εποχή που το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα, υπό τον στρατηγό Μαιζόν, αποβιβάστηκε στο Πεταλίδι της Μεσσηνίας με αποστολή την επιτήρηση της αποχωρήσεως του στρατού του Ιμπραήμ, ο Νικηταράς καθόταν στη σκηνή του τυλιγμένος με την κάπα του τρέμοντας από τον πυρετό. Μοναδική του τροφή ήταν λίγες ελιές μέσα σε ένα πήλινο δοχείο. Όταν τον επισκέφθηκαν οι Γάλλοι αξιωματικοί έκρυψε τις ελιές κάτω από την κάπα του, ενώ ο Μαιζόν, όταν του το ανέφεραν, θέλησε να περιποιηθεί τον Νικηταρά όπως του άρμοζε, όμως ο οπλαρχηγός αρνήθηκε λέγοντας ότι δεν του έλειπε τίποτα.
-----
------
Νικητας Σταματελοπουλος, Γενικος Αρχηγος της Πολιτικής Φρουράς Πελοποννήσου.
-----
-----
Με τον ερχομό του Καποδίστρια στην Ελλάδα και αναλαμβάνοντας τη διακυβέρνηση της ελεύθερης Ελλάδος διαλύει τον στρατόν για ν’ ασχοληθεί ο λαός με ειρηνικά έργα, όπως έλεγε ο Κυβερνήτης, ωστόσο κράτησε τρία συντάγματα. Ορίζει διοικητές τους Νικήτα Σταματελόπουλο, τον Γενναίο Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα. Γενικός αρχηγός τίθεται ο Θ. Κολοκοτρώνης.
Στη συνέχεια, τον Μάρτιο του 1829, ο Νικηταράς συνόδευσε τον Κυβερνήτη με την ιδιότητα του Γενικού Αρχηγού της Πολιτικής Φρουράς Πελοποννήσου στην πρώτη περιοδεία του στο Μοριά.
-----
-----
Η επιχειρηση χαρτου.
-----
------
Το ιδιο ετος με συνέταιρο τον Αρχιμανδρίτη Πύρρο τον Θετταλό, ιδρύουν χαρτοποιείο στο Κεφαλάρι, καταβάλλοντας 3.000 γρόσια έκαστος. Κατασκευάζουν χίλια περίπου φύλλα χαρτιού. Τα χρήματα όμως τελειώνουν κι έτσι οι εργασίες σταματούν. Μη έχοντας την δυνατότητα να συνεχίσουν την παραγωγή, απευθύνονται στον Καποδίστρια.
Ο Πύρρος δεν συμπαθεί τον Κυβερνήτη και πολλές φορές έχει εκφράσει τις εχθρικές διαθέσεις του. Πιστεύει όμως ότι θα ενδώσει και θα τους προσφέρει την βοήθεια του, προς χάριν της φιλίας του Κυβερνήτη με τον Νικηταρά. Ο Καποδίστριας γνωρίζει ότι μια τέτοια επιχείρηση δεν έχει μέλλον. Εξ᾽ άλλου θεωρούσε ότι προτεραιότητα είχαν άλλες ανάγκες και ενέργειες σχετικές με την ανώμαλη πολιτική κατάσταση και δεν απαντά καθόλου στο αίτημα των δύο συνεταίρων. Ο Νικηταράς βλέποντας την κατάσταση, συνειδητοποιεί ότι η δουλειά του χαρτοποιείου δεν μπορεί να προχωρήσει.
Ύστερα από όλα αυτά και μετά την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο, στις 25 Ιανουαρίου του 1833, ο Νικηταράς και ο Πύρρος απευθύνουν και πάλι αίτημα προς αυτόν, ζητώντας την συνδρομή του για την επανεκκίνηση των εργασιών του χαρτοποιείου. Αλλά και ο Όθωνας δείχνει να μη συμμερίζεται τις απόψεις των δύο συνεταίρων. Η κατάσταση οδηγεί σε αδιέξοδο. Η επιχείρηση χαρτοποιίας λήγει άδοξα.
-----
-----
"Δέν ντρέπεσαι νά διακονεύεις, κοτζάμ καπετάνιος ἐκεῖ, μέ τόσες δόξες;"
-----
-----
Εἶναι παραμονή Πρωτοχρονιᾶς. Ὁ Νικηταράς βρίσκεται στ᾿ Ἀνάπλι. Ἔρχονται τά παιδιά στό σπίτι του νά τοῦ ποῦν τά κάλαντα. Γιά καλή τους ὥρα ἀνταμώνουν ἐκεῖ καί τόν θεῖο τοῦ μεγάλου πολεμάρχου, τόν Γέρο τοῦ Μωριᾶ. Μά σάν τά παιδιά ἀποτελειώνουν τά κάλαντα μέ τή χαριτωμένη στροφή «Ἀνοῖξτε τό πουγγάκι σας τό μαργαριταρένιο κι ἁπλῶστε τό χεράκι σας τό μοσχοβολισμένο. Κι ἄν εἶναι γρόσια δῶστε μας κι ἄν εἶναι καί παράδες...», ὁ καπετάνιος μάταια ψάχνει τό σακκούλι του. Ἡ παρουσία τοῦ θείου του ἐκείνη τήν ὥρα ἦταν πολύτιμη. Δανείζεται ἀπ᾿ αὐτόν λίγους παράδες, γιά νά "φιλέψει" τούς μικρούς του ἐπισκέπτες. Ἀλλά καί ὁ Κολοκοτρώνης δέν τοῦ χαρίζεται καί τοῦ λέει σάν ἔφυγαν οἱ καλαντάρηδες·
--Δέν ντρέπεσαι νά διακονεύεις, κοτζάμ καπετάνιος ἐκεῖ, μέ τόσες δόξες; Τί σόι στρατηγός εἶσαι ἐσύ;
Κι αὐτός τοῦ ἀπαντᾶ μέ εἰλικρίνεια..
--Πραματευτής δέν εἶμαι, μπάρμπα. Τό ᾿χε ἡ μοίρα μου νά γίνω καπετάνιος, μά δέν θέλω νά κάνω πραμάτεια τό καπετανλίκι μου, καί νά πλουταίνω..
Πραγματικά, "ποτέ δέν στόλισαν τό σελάχι του μαλαματοκαπνισμένα ἄρματα κι ἀσημένια τσαπράζια (κοσμήματα).. Περίσσια στολίδια δέν εἶχε πάνω του, ὅπως τόσο συνήθιζαν τότε οἱ Ἕλληνες καπεταναῖοι», σημειώνει ὁ Τάκης Λάππας στό βιβλίο του «Ἀθάνατο ᾿21».
-----
-----
Ο "Φοινικας" και η "Φιλορθοδοξος Εταιρεια".
----
----
Πριν από την έλευση του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα (Ιανουάριος 1828), ο Νικηταράς συμμετείχε ενεργά στη μυστική εταιρεία "Φοίνικας", η οποία αποσκοπούσε στην εδραίωση φιλορωσικού εθνικού κόμματος στην Ελλάδα. Ο Νικηταράς υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη της, τα οποία είχαν αναλάβει να προσκαλέσουν τον Καποδίστρια να αναλάβει κυβερνητικά καθήκοντα στην Ελλάδα. Η εταιρεία αυτή που αύξησε σημαντικά τον αριθμό των μελών της αργότερα, συνέχισε τη δράση της κατά την καποδιστριακή περίοδο και πιθανότατα εξελίχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1830 στη Φιλορθόδοξη Εταιρεία.
Το 1839 κάνει απόπειρα σύστασης μιας εταιρείας με την ονομασία «Φιλορθόδοξος Εταιρεία» με σκοπό την απελευθέρωση της υπόλοιπης Ελλάδας, με ιδρυτικά μέλη τον Νικηταρά, τον Γεώργιο Καποδίστρια (αδελφό του Κυβερνήτη), τον Νικόλα Ρενιέρη και τον Μ. Εμμ. Παπά.
Στις 22 Δεκεμβρίου του 1839 συλλαμβάνονται από τον Όθωνα και αφήνεται ελεύθερος μόνο ο Μ. Εμμ. Παπάς, ο οποίος εντέχνως είχε μπει στην Εταιρεία, για να τους προδώσει, όπως και έκανε.
Αφού κάθισαν προφυλακισμένοι έξι μήνες, δικάστηκαν στις 11 Ιουλίου του 1840. Ήταν τόσο αδύναμος λόγω της ασιτίας, της φυλάκισης και της ασθένειάς του, που μόλις τον αντίκρυσαν δικαστές και ακροατήριο βουβάθηκαν. Κατά την απολογία του, του επέτρεψαν οι δικαστές να απαντά καθήμενος. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, το δικαστήριο τον αθώωσε υπό όρους. Τον μεν Γ. Καποδίστρια τον εξόρισαν, τον δε Νικηταρά τον περιόρισαν στην Αίγινα υπό επιτήρηση. Εκεί έμεινε άλλους δεκατέσσερις μήνες.
τελικά, με την προσωπική παρέμβαση του Μακρυγιάννη και με δεδομένο ότι ο Όθωνας δεν ήθελε να δυσαρεστήσει τη Ρωσία, αποφυλακίστηκε το Σεπτέμβριο του 1841 σχεδόν τυφλός..
Στις 18 Σεπτεμβρίου του 1841, μετά από διάφορες εισηγήσεις στον Όθωνα, βγήκε από την Αίγινα και επέστρεψε στον Πειραιά. Με αφορμή εκείνη την περιπέτεια τον αποκαλούσαν «Νικήτας ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ».
Όταν βγήκε από την βάρκα που τον μετέφερε από την Αίγινα στο Τουρκολίμανο και τον αντίκρυσαν οι δικοί του τυφλό και αδύνατο, δυστυχώς η μια του κόρη δεν άντεξε να τον βλέπει μπροστά της τον άλλοτε γίγαντα, ή όπως τον έλεγαν «ΑΧΙΛΛΕΑ» να είναι ένα ερείπιο, τρελάθηκε και αργότερα πέθανε.
-----
-----
Τα παλιοχωραφα..
-----
-----
Στο Άργος, μολονότι καμιά σχέση δεν είχε με τον τόπο αυτό, δέθηκε μαζί του. Εξ᾽ άλλου ένα αγρόκτημα στην θέση Σερεμέτι, κοντά στα όρια του Άργους προς το Ναύπλιο και την Νέα Κίο, που τότε βέβαια δεν είχε ακόμη δημιουργηθεί, ήταν όλη του η περιουσία αν και όπως διαβάζουμε στους «Μύλους της Αργολίδας» του Γιώργου Αντωνίου και ο οποίος επικαλείται κείμενο του Θεόδωρου Δ. Γιαννακόπουλου στα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΙΙ, 1998», και στο οποίο αναφέρεται ότι …ο Νικηταράς είχε τρεις υδρόμυλους στο Κεφαλάρι Άργους (σύμφωνα με την διαθήκη της συζύγου του Αγγελικής, 197/1863 του συμβολαιογράφου Ναυπλίας Ι. Σαριγιάννη).
Στο Σερεμέτι πάντως ακούμπησε τις ελπίδες του για επιβίωση δική του και της οικογένειας του. Εκεί ο «ωκύπους» στρατηγός πότισε με τον ιδρώτα του την βαλτώδη γη και την μετέτρεψε σε γόνιμη και καλλιεργήσιμη. Δεν ήταν όμως τυχερό του να ησυχάσει.
Σε μια αναφορά του προς τον Όθωνα, σχετική με το κτήμα στο Σερεμέτι και με ημερομηνία 24 Οκτωβρίου 1841 γράφει:
"Μεγαλειότατε,
Εις διαφόρους περιστάσεις και εποχάς έκαμα γνωστόν εις την Υμετέραν Μεγαλειότητα ότι δι᾽ αδείας της υπό της αισίας ελεύσεως της Ελληνικής Κυβερνήσεως, μοι παρεχωρήθησαν όλες οι εντός της κατά την Αργολίδα θέσεως Σερεμέτι εθνικές γαίες, χέρσας δε ούσας, και καταπλακωμένας υπό των υδάτων. Ηγωνίσθην, εξόδευσα, ότι εντίμως απελάμβανα, απεξήρανα τας γαίας αυτάς και εγεώργησα ικανόν μέρος αυτών, ενήργησα φυτείας, αυταί δε κατεστράφησαν εκ των ώδε ανωμαλιών, επανέλαβα μετά ταύτα τας γεωργικάς εργασίας δια να δυνηθώ να πραγματοποιήσω τον οποίον η Κυβέρνησις προέθετο σκοπόν, του να εξασφαλίση πόρον ζωής εις την πολυάριθμον οικογένειαν γηραιού στρατιωτικού, όστις τίποτε άλλο δεν απήτησε πώποτε.
Μετά την σύστασιν του ιπποφορβείου, μου αφηρέθησαν αι γαίαι αυταί, μοι αφέθη όμως μέρος αυτών κατά το τοπογραφικόν σχέδιο του αρχηγού του πυροβολικού. Τούτο συνέβη μεταξύ των ετών 1836 και 1837. Έκτοτε ασχολούμαι με την βελτίωσιν της καλλιεργείας των οποίων μοι αφέθησαν γαιών, αλλ᾽επέπρωτο ίσως καθ᾽ ήν στιγμήν χαίρω τα αποτελέσματα της δικαιοσύνης της Υ.Μ. να ίδω να αφαιρούν από εμέ γη ως είρηται αφεθείσαν εις την κατοχήν μου γαίας Σερεμετίου, και να μάθω ότι ικανόν μέρος αυτών εξετέθη εις δημοπρασίαν."
Ο Νικηταράς δεν είχε άλλους πόρους, δικούς του. Για να αποξηράνει, να εμπλουτίσει και να καλλιεργήσει την γη του χρειάστηκε να δανειστεί. Δανείστηκε για να φτιάξει το σπίτι του. Δανείστηκε όμως και για συντηρήσει τους στρατιώτες του τον καιρό του αγώνα. Οι τόκοι τον έπνιξαν.
Σε αναφορά του στην Γερουσία και την Βουλή, το δίκιο τον πνίγει και ο λόγος του πύρινος:
«…Ως εκ τούτου κατεδαπάνησα εις αυτό πολλά εις καλλιέργειαν, οικοδομήσας οίκους, ανοίξας χάνδακας, εμφυτεύσας αμπελώνας, δένδρα και λοιπά˙ προς τούτοις δε και όσα εργάσιμα, ζώα και άλλα χρήματα. Αλλ᾽η Αντιβασιλεία αυθαιρέτως και αυτογνωμόνως με αφήρεσεν το πλείστον μέρος αυτού ˙αλλά και σύρουσά με εις τας καθύγρους φυλακάς˙εν αυτή τη φυλακή με κατηνάγκασε ή να οικοδομήσω την εν Ναυπλίω οικίαν μου ή να την πουλήσω και ούτω με εξέθεσεν εις πολλά δυστυχήματα˙διότι αναγκασθείς να εμπιστευθώ εις ξένους την φροντίδα της οικοδομής και υποπεσών σε σφετερισμούς και τόκους, αντί 30 ή 35 χιλιάδων δραχμών δαπάνης η οικοδομή ανέβη εις 79.775, την ακρίβειαν των οποίων βλέπετε εις επισυναπτόμενον ενταύθα κατάλογον. Αναγκασθείς εκ τούτου να δανεισθώ εσχάτως 20.000 δρχ. από την Τράπεζαν, αδύνατο να πληρώνω το χρεώλυστρον και το μέλλον απειλεί τα χειρότερα˙ και δια να γνωρίζετε κάλλιον την αλήθεια σας επισυνάπτω δεύτερον ονομαστικόν κατάλογον των όσων κατά τον Αγώνα εδανείσθην δια να οικονομώ εν μέρει τους υπ ᾽εμού στρατιώτας και δια τα οποία σήμερον σύρομαι καθ᾽εκάστην εις τα δικαστήρια και πληρώνω ως αν έμελον να υποβάλλωμαι δια τον πατριωτισμόν μου (συγχωρήσατέ μοι να το ειπώ) εις πρόστιμα.
Ακολούθως δε ότι αποφασισθή και εγώ βέβαια υπάγομαι εις την εθνικήν θέλησιν και απόφασιν».
Ακόμη και τώρα, ο Νικηταράς πειθαρχεί. Ο Έλληνας πατριώτης, που μπορούσε να βγει από τον αγώνα πάμπλουτος, τώρα φτωχός και χρεωμένος εκλιπαρεί την βοήθεια και υποστήριξη από τους κατέχοντες θώκους που εκείνος τους εξασφάλισε. Παρά τις προσπάθειες του όμως, του ίδιου και της οικογένειας του, αλλά και τις εντολές της Κυβέρνησης για αναστολή των διώξεων λόγω χρεών, το κτήμα στο Σερεμέτι τελικά δεν σώθηκε, εκποιήθηκε.
----
----
Η δικαιωση.. 14 χρονια μετα την απελευθερωση.
----
----
Μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 του απονεμήθηκε τιμητικά ο βαθμός του υποστρατήγου μαζί με μία μικρή σύνταξη, ενώ το 1847 διορίστηκε Γερουσιαστής. Εκλέχθηκε «κοινή συγκαταθέσει» πρώτος – προσωρινός μέχρι την εκλογή του τακτικού – πρόεδρος της Βουλής του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους για ένα τρίμηνο στα τέλη του 1844 (7 Σεπτεμβρίου – 20 Δεκεμβρίου). Είχαν προηγηθεί οι πρώτες εκλογές ύστερα από την ψήφιση του Συντάγματος του 1844.
Στη συνεδρίαση της 7ης Σεπτεμβρίου 1844 αναφέρθηκε προς το Σώμα, λέγοντας ότι:
"..εις την εκλογήν του Προέδρου, κρίνει επάναγκες να παρακαλέση τους Κ. Κ. Βουλευτάς, ότι αρκετά η πατρίς, άχρι τούδε τον ετίμησεν εις πολλάς περιστάσεις, και επομένως να μη τον εγγράψουν εις τα ψηφοδέλτιά των προκειμένου λόγου περί εκλογής του Προέδρου, καθότι ούτος είναι άνθρωπος εθνικός και γενικός· ευχαριστεί την πατρίδα και το έθνος όπου τον ετίμησεν αρκετά έως τώρα, και χρεωστεί να δουλεύση αυτήν, έως ότου ζη, χύνων και την τελευταίαν ρανίδα του αίματός μου υπέρ αυτής."
----
----
Οι φημες περι επαιτειας..
-----
------
Ο Νικηταράς και η Αγγελίνα απέκτησαν τρία παιδιά. Τον Γιάννη και δύο κόρες. Ο Γιάννης έγινε στρατιωτικός, ενώ η μια του κόρη τρελάθηκε από την λύπη της όταν είδε τον πατέρα της μετά την φυλάκισή του στην Αίγινα, εξουθενωμένο, τυφλό και ανήμπορο. Ο Νικηταράς μπορεί να υπέφερε πολλά, αλλά ποτέ δεν βαρυγκώμησε και ποτέ δεν είπε πικρή κουβέντα για την Πατρίδα. Μπορεί να μη δικαιώθηκε – όπως άλλοι – στα μάτια των συγχρόνων του. Έχει όμως σημαδέψει ανεξίτηλα τις ψυχές του λαού. Έχει δικαιωθεί στην συνείδηση των νεοελλήνων που τον τιμούν και τον έχουν κατατάξει στους κορυφαίους Έλληνες αγωνιστές.
Η φτώχεια ήταν τόσο μεγάλη που του συνέστησαν να γίνει ζητιάνος. Αλλά την εποχή εκείνη έπρεπε να έχεις άδεια ζητιάνου. Έτσι του έδωσε ο τότε Υπουργός Στρατιωτικών άδεια να ζητιανεύει μια φορά την εβδομάδα, κάθε Παρασκευή στον Ιερό Ναό της Ευαγγελίστριας του Πειραιά.
Όταν αυτό έφτασε στα αυτιά του πρέσβη της Μεγάλης Δύναμης, αυτός απεστάλθη από την κυβέρνηση του στο πόστο όπου επαιτούσε ο μεγάλος οπλαρχηγός. Μόλις ο Νικηταράς αντελήφθη τον ξένο μάζεψε αμέσως το απλωμένο χέρι του.
--Τι κάνετε στρατηγέ μου; ρώτησε ο ξένος
--Απολαμβάνω ελεύθερη πατρίδα..
απάντησε υπερήφανα ο ήρωας.
--Μα εδώ την απολαμβάνετε καθισμένος στον δρόμο; επέμενε ο ξένος.
--Η πατρίδα μου έχει χορηγήσει σύνταξη για να ζω καλά, αλλά έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πως περνάει ο κόσμος..
απήντησε περήφανα ο Νικηταράς.
Ο ξένος κατάλαβε, και διακριτικά, φεύγοντας άφησε να του πέσει ένα πουγκί με χρυσές λίρες.
Ο Νικηταράς άκουσε τον ήχο, έπιασε το πουγκί και φώναξε στον ξένο:
-- Σου έπεσε το πουγκί σου. Πάρε το μην το βρει κανένας και το χάσεις!!“
Οι πληροφορίες περι επαιτειας ελέγχονται, αν ειναι αληθινες..
Ο Νικηταράς, όπως και η Μαντώ Μαυρογένους, ενώ διακρίνονταν από άδολο πατριωτισμό, επέδειξαν ακραία απρονοησία για τις προσωπικές τους υποθέσεις.
Βλέπετε το ελληνικό κράτος ήταν πολύ οργανωμένο ως προς την επαιτεία, ενώ δεν μπορούσε να δώσει τα δανεικά ή τουλάχιστον μια μικρή σύνταξη για να ζήσει έστω υποτυπωδώς ένας γενναιόδωρος και άξιος στρατηγός.
-----
-----
«Τελευταίος πλειοδότης το σπαθί του Νικηταρά».
-----
-----
Όταν έμενε στην Καστέλα και την ημέρα που γίνονταν ο πλειστηριασμός του σπιτιού του πήγε εκεί και ο Νικηταράς, υποβασταζόμενος και σχεδόν τυφλός. Μόλις μπήκε στην αίθουσα επικράτησε σιωπή. Ο Νικηταράς ανέβηκε στο βήμα, έβγαλε από την θήκη το σπαθί που πήρε στα Δερβενάκια και είπε: «Τελευταίος πλειοδότης το σπαθί του Νικηταρά». Κανείς δεν τόλμησε να κάνει άλλη προσφορά και έτσι δεν πέθανε στον δρόμο.
Ο Νικηταράς είχε «δανείσει» στο Έθνος 12.225 φοινίκια και 105.000 γρόσια, τα οποία διεκδικούσε ο ίδιος και διεκδίκησε και η οικογένειά του μετά το θάνατό του, όμως ποτέ δεν τους επεστράφησαν. Μετά το θάνατο του Νικηταρά εκδόθηκε απόφαση συνταξιοδοτήσεως της «….Αγγελικής χήρας μετά του Ιωάννου 20ετούς ορφανού του ποτέ στρατηγού της φάλαγγος Νικήτα Σταματελόπουλου». Η σύνταξη χορηγήθηκε στις 26 Αυγούστου 1854 και το ποσό ήταν 111 δραχμές.
----
----
«Να νιώσω το τελευταίο ηλιοβασίλεμα στην θάλασσα».
----
-----
Τον Δεκαπενταύγουστο του 1848 ο Νικηταράς με τον αρχιμανδρίτη Διονύσιο Πύρρο τον Θετταλό επισκέφτηκαν την Τήνο και έμειναν στη Βιβλιοθήκη του ναού. Ο Πύρρος ήταν προσκεκλημένος των Επιτρόπων για να φτιάξουν ένα νέο φυλλάδιο.
Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στον Πειραιά. Εξαντλημένος από τις πολεμικές κακουχίες και τις ασθένειες πέθανε πάμφτωχος στις 25 Σεπτεμβρίου 1849 σε ηλικία 67 ετών.
Το απόβραδο της 24ης Σεπτεμβρίου του 1849, ζητά από την γυναίκα του Αγγελίνα να τον βγάλει στο λιακωτό ν’ αντικρίσει για τελευταία φορά το ηλιοβασίλεμα και η Αγγελίνα που ήξερε από χρόνια ότι ήταν τυφλός του απαντά: «Μα τι να δεις, Νικήτα μου, αφού δεν βλέπεις;» Και εκείνος της απαντά: «Να νιώσω το τελευταίο ηλιοβασίλεμα στην θάλασσα».
Έτσι κι έγινε. Το πρωί στις 6 ώρα της 25ης Σεπτεμβρίου του 1849 ο Στρατηγός Νικήτας Σταματελόπουλος έσβησε. Τα άσχημα μαντάτα φτάνουν γρήγορα και πλήθος κόσμου φτάνει στο φτωχικό του στην Καστέλα για να τιμήσουν τον Άνθρωπο Νικήτα. Η επιθυμία του ήταν να ταφεί στον Μοριά. Η οικογένειά του ήθελε στην Καστέλλα, αλλά επικράτησε η γνώμη των συναγωνιστών του στρατηγών και γερουσιαστών και τον έφεραν από την Καστέλλα του Πειραιά στην Αθήνα για να τον θάψουν στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, δίπλα στον μπάρμπα του Θόδωρο Κολοκοτρώνη για να τα λένε, όπως κι έγινε.
Η εξόδιος ακολουθία έγινε στην Αγία Ειρήνη στην οδό Αιόλου. Τον επικήδειο εκφώνησε ο Νεόφυτος Βάμβας. Τον επιτάφιο εκφώνησε ο Παναγιώτης Σούτσος. Μια παράγραφος από τον λόγο του είναι η εξής:
«Ω σεις Αίαντες, Διομήδαι, Αγαμέμνονες, Οδυσσείς και Νέστορες του ελληνικού αγώνος, οι συνοδεύοντες εις το έσχατον αναπαυτήριον του νέου ΑΧΙΛΛΕΑ του Τουρκομάχου Ελλάδος Νικήταν τον Τουρκοφάγον».
Παρότι εταφη δίπλα από τον τάφο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο Α΄ Νεκροταφεί και η επιθυμία του αυτή έγινε σεβαστή, τα οστά του πλέον δεν ξέρουμε πού βρίσκονται καθώς ο τάφος του έχει καταστραφεί..
Τον Δεκέμβριο του 1867 πέθανε και η γυναίκα του η Αγγελίνα. Το 1898 πέθανε ο γιος του Ιωάννης, άτεκνος, αργότερα πεθαίνει και η κόρη του Ρεγγίνα και αυτή άτεκνη. Έτσι έσβησε η οικογένεια του Νικήτα Σταματελόπουλου..
----
----
Απαντηση στον Δημητριο Τσαμαδο..
----
----
- Ὅποτε θέλει ἂς ἔλθει ὁ θάνατος. Δὲν μὲ μέλλει, δὲν μοῦ κακοφαίνεται ἂν γέροντας νὰ σκοτωθῶ πιασμένος μαλλιὰ μὲ μαλλιὰ μὲ τοὺς ἐχτρούς, ἀλλά, μοῦ κακοφαίνεται νὰ δώσω ἢ νὰ πάρω θάνατο πολεμώντας ὡς ἐχθρὸς μ᾿ ἕναν Ὑδραῖον, μ᾿ ἕναν Κορίνθιον, μ᾿ ἕναν ἀπὸ τὸ Ξηρόμερο ἢ ἀπὸ τὴν Μακεδονία. Δὲν εἶναι οἱ Ὑδραῖοι, δὲν εἶναι οἱ Κορίνθιοι ποὺ μοῦ ἐσκότωσαν τὸν πατέρα, τὸν ἀδελφόν, τὸν ἀγαπητόν μου καλύτερα ἀπὸ ἀδελφόν, υἱὸν τοῦ Ζαχαριᾶ.
Τὸ ἄγριο κύμα μᾶς ἔρριξε εἰς τοὺς τόπους σας.. Ἄλλη φορά πατροκαημένος ἔλεγε ὁ γέροντας : «Θανατώσετε ἐμένα ποὺ παλαιός ἐχθρὸς εἶμαι τῆς φυλῆς σας. Ἀλλὰ τὰ παιδιὰ εἶναι ἀθῶα, αὐτὰ ἀναστήθηκαν εἰς τὰ ξένα». Ἐκεῖνοι ἔσφαξαν τὸν πατέρα μου, ἐβλαστημοῦσαν τὸν Ζαχαριᾶ, ποὺ στὰ ζῶντα του μόνον ἀκούοντας τ᾿ ὄνομά του ἔσερναν φωνήν τρομάρας, ἐβίαζαν τὸν ἀδελφόν μου ν᾿ ἀλλάξει τὴν πίστιν του. Ὁ νέος, ὡραῖος σὰν ἡ εὔμορφη αὐγή, τοὺς ἔλεγε: «Θέλω νὰ πάγω ἐκεῖ ποὺ ἐπῆγε ὁ πατέρας μου». Τοῦ ἔκοφταν τὸ κεφάλι καὶ ἔκανε ὁ νέος τὸν σταυρό του, καὶ ἀπὸ τὸ αἷμα του ἔγινε σταυρός εἰς τὸ χῶμα.. Καὶ οἱ ψυχὲς τῶν τριῶν γνωρίζουν ἂν ἐγὼ τοὺς ἐγδίκησα καὶ ἂν ἄγριον μὲ εἶδαν τὰ περιγιάλια τῆς Ζακύνθου, οἱ νύχτες, τὰ φεγγάρια, νὰ περπατῶ ξώφρενα, ἕως ὁποὺ δὲν ἐπληρωνόμουν τὸ ἀθῶο αἷμα. Ἀλλὰ τί εἶναι ἡ ἐγδίκησις τοῦ πατρός μου, ὅταν ὅλο τὸ γένος μου βοᾷ ἐγδίκησιν. Χιλιάδες μύριοι σταυροὶ ἐκυμάτισαν εἰς τὸ αἷμα σὰν ὁ σταυρὸς τοῦ ἀδελφοῦ μου. Ὤ, πόση χαρὰ δοκίμασα, γέροντα, ὅταν μετέπειτα οἱ καιροί, ἡ θεία Πρόνοια, ἡ εὐχὴ τοῦ πατέρα μου, ἔκαμαν νὰ βροντήσει τὸ Ἑλληνικὸ ντουφέκι. Καὶ εἰς τὸ Ἀνεμογδούρι, στὴν Ρίζα τρεῖς χιλιάδες στρατιῶτες Τριπολιτσῶτες, Μυστριῶτες, Νησιῶτες, μ᾿ ἐκήρυξαν στρατηγόν τους. Καὶ ἔλεγα: Πότε οἱ τρεῖς χιλιάδες θὰ γίνουν 300 χιλιάδες καὶ μαζὶ τους ἐγώ, ταπεινότερος ἀπ᾿ ὅλους, νὰ πᾶμε νὰ προσκυνήσουμε τοὺς θείους τόπους τῆς θρησκείας μας, τὴν Ἱερουσαλήμ καὶ τὸν ναὸν τῆς Ἁγίας Σοφίας; Αὐτοὶ οἱ στοχασμοὶ αἰωνίως εἶναι εἰς τὸν νοῦν μου. Ἦταν ὅταν ἐτζακιζόμουν στὴν Στυλίδα ἢ ὅταν οἱ σημαῖες τοῦ ἐχθροῦ μὲ ἀπόκλεισαν εἰς τὸν Ἅϊ Σώστη σ᾿ ἕναν πύργο μὲ 4 συντρόφους μου, καὶ ὅταν ἐχτυποῦσα, ἔπαιρνα μὲ τὲς πλάκες τὰ παλληκάρια μου διὰ νὰ μὴν πέφτουν στὰ λάφυρα, ἀλλὰ νὰ χυμοῦν στὸν ἐχθρό, κι ὅταν περιφερόμουν ὡς δοῦλος στὸ μοναστήρι, στὶς Καλτεζιὲς νὰ διαδίνω τὸ μυστήριο τῆς Ἑταιρείας, καὶ ὅταν ἐκρουστάλλιασαν τὰ γένεια μου στὴν Ἀράχοβα, καὶ ὅταν στὸ τραπέζι στὸν Ἅι - Γιώργη ἐστήσαμε καταμεσῆς τοῦ τραπεζιοῦ τὸ κεφάλι Μουστάμπεη καὶ Κεχαγιά, καὶ ἐτραγουδήσαμε μὲ τὸν ἀρχηγό Καραϊσκάκη τὰ παλαιὰ τραγούδια καὶ ἐχαιρόμαστε μὲ τὴν παντοχή, πλὴν καὶ ἄλλοι ἐμᾶς θὰ τραγουδίσουν. Μακάριζε ὤ γέροντα, τὸν ἀδελφόν σας. Δὲν ἐχάθηκε ἀλλὰ ζεῖ, πάλι· περίσσια πολεμώντας ἔσβησε τὸ χρέος του πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ μὲ τὸ αἷμα του ἐκοινώνησε καὶ ἀπὸ τὰ λημέρια τῶν δικαίων τὸν ἔχομε ἐγὼ κι ἐσὺ εἰς τὸ πρόσταγμα τῆς πατρίδας.
Πηγαίνω, ἀκριβό μου τέκνο, εἰς τὴν Ὕδρα, ἔμαθα καὶ ἐδιδάχθηκα περισσότερο ἀπ᾿ ὅσα παρ᾿ ὅλα ὅσα μοῦ γράφει ὁ Κυβερνήτης.. Θυμοῦ, ἀκριβό μου τέκνο, ὅτι διὰ ἐμὲ ἀνοίγεται ὁ τάφος, ἀλλὰ τὰ παιδιὰ μου εἶναι εἰς τὸν ἀνθὸ τῆς νεότητας καὶ νὰ εἶσαι πάντοτε φίλος μὲ αὐτά. Παρηγορημένος θὰ κατεβῶ στὸ μνῆμα ἂν στὰ ἄχαρα γηρατειά μου κατόρθωσα νὰ ἀποδιώξω ἀπὸ τοὺς συμπατριώτας μου κινήματα ἐπιζήμια εἰς τὴν δόξα τοῦ νησιοῦ καὶ τοῦ γένους..
Διὰ νὰ πλουτισθεῖ ἡ πατρίδα, τὸ βασίλειόν μας, πρέπει νὰ γίνει μεγάλο, καὶ ἡ διχόνοια δὲν εἶναι ὁ ἴσιος δρόμος. Μοῦ εἶπες, γέροντα, ὅτι δὲν νοιώθω τὸν κόσμο. Δὲν τὸ στέργω. Καὶ ἄλλοι μοῦ τὸ εἶπαν, πλὴν ἐγὼ ποτὲ δὲν τὸ ἐπίστευσα.
Δέκα χρονῶν ἤμουν καὶ ἔσερνα ἄρματα μὲ τὸν πατέρα μου. Ἐξενυχτούσαμε στὲς σπηλιές, ἐξημερωνόμαστε στὰ δάση σὰν θηρία. Ἐπέφταμε εἰς τοὺς ἐχθρούς, οἱ Χριστιανοὶ μᾶς εἶχαν παρηγορίαν. Μὲ ἡμᾶς ἦτον τὸ μελλούμενο τοῦ Ἑλληνικοῦ ὀνόματος. Ὅταν ἐμεγάλωσα, οἱ σύντροφοί μου μ᾿ ἐμένα ἐστομώσαμε τὴν λαγκαδιὰ καὶ τὸν βράχο ἀπὸ νικημένα κουφάρια. Δὲν ἤξευρα ἀλήθεια ἄλλα πράγματα, ἀλλ᾿ ἐγνώριζα ἐκεῖνο ποὺ σώζει τὴν πατρίδα. Ἂν αὐτοὶ ποὺ καυχιοῦνται ὅτι ἠξεύρουν νὰ κάμουν τοὺς νόμους, αὐτοὶ θὰ εἶχαν γῆν νὰ καθίσουν, οἶκον νὰ ἀρχηγεύσουν, ἂν τὰ σπαθιά μας καὶ τὰ τουφέκια μας δὲν ἤθελε κοιμήσουν εἰς τὸν ὕπνον τοῦ θανάτου τοὺς παλληκαράδες τῶν ἀλλοφύλων; Μὴ μὲ καταφρονεῖς, λοιπόν, Δημήτρη, πὼς τάχα δὲν γνωρίζω τὰ ἁρμόδια καὶ τὰ πρεπούμενα, διατὶ ἀδικεῖς τὰ χυμένα αἵματα τῶν Ἑλλήνων, χυμένα διὰ τὴν πατρίδα.."
----
----
Τιμες στον Τουρκοφαγο.
---
----
Για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην Ελληνική Εθνεγερσία, ο Νικηταράς μετά την ίδρυση του Νεοελληνικού Κράτους έλαβε τις ακόλουθες τιμητικές διακρίσεις :
-Ο βαθμός του Συνταγματάρχη του Τακτικού Στρατού το 1834, όταν διορίστηκε Στρατιωτικός Νομοεπιθεωρητής.
-Στις 18 (30) Σεπτεμβρίου 1835, του απονεμήθηκε ο Αργύρους σταυρός του Αγώνα (Αργυρό Αριστείο). Το σχετικό δίπλωμα υπογράφηκε από τη Βασίλισσα Αμαλία και τέθηκε η ανάγλυφη Μεγάλη του Κράτους Σφραγίδα, στις 20 Φεβρουαρίου (3 Μαρτίου) του 1836. Το Πρωτότυπο του Διπλώματος φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.
-Στις 23 Ιανουαρίου 1835 με Βασιλικό Διάταγμα τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό των Ταξιαρχών του Τάγματος του Σωτήρος .
-Την 1η Ιανουαρίου 1838 με Βασιλικό Διάταγμα τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό των Ανωτέρων Ταξιαρχών του Τάγματος του Σωτήρος.
----
----
Απεικονισεις του Νικηταρα.
----
----
Προτομή του Νικηταρά υπάρχει στο Πεδίον του Άρεως στην «Λεωφόρο των Ηρώων» , στην πόλη των Αθηνών. Εγκαινιάστηκε στις 25 Μαρτίου του 1937, και αποτελεί δημιουργία του Έλληνα γλύπτη και ζωγράφου Γεωργίου Ζευγώλη. Παρουσιάζει τον ήρωα σε ώριμη ηλικία, με παχύ μουστάκι και γιλέκο.
Ανάλογο μνημείο υπάρχει και στην Καλαμάτα, στην «Πλατεία 23ης Μαρτίου». Στο προαύλιο του Αγίου Γεωργίου, πολιούχου του χωριού των Δολιανών, έχει στηθεί αναμνηστική στήλη για τον Νικηταρά, αφιέρωμα των απανταχού Δολιανιτών. Στον τόπο που έγινε η μάχη, στην χαράδρα του Τσάκωνα, απέναντι από τα σπίτια του Χριστοφύλη όπου είχαν ταμπουρωθεί ο Νικηταράς και ο Καραμήτρος, δημιουργήθηκε πλατεία με το όνομα του Νικηταρά και στήθηκε η προτομή του.
Το μνημείο του Νικήτα Σταματελόπουλου στο Ναύπλιο βρίσκεται στο νότιο άκρο της πλατείας Δικαστηρίου.. Αποτελεί δημιουργία του γλύπτη Αντωνίου Σώχου, ανιψιού του Λάζαρου Σώχου. Ανεγέρθηκε το 1926 από την Ασπασία Ποταμιάνου και έχει τη μορφή αναθηματικής στήλης. Στη βάση της στήλης εικονίζεται ανάγλυφη σκηνή μάχης με τον Νικηταρά να φονεύει με μαχαίρι έφιππο Τούρκο πολεμιστή. Η σκηνή μάλλον αντλεί έμπνευση από αντίστοιχη σκηνή τοιχογραφίας του Πέτερ φον Ες με θέμα τη μάχη των Δερβενακίων. Στην πίσω όψη του μνημείου είναι χαραγμένοι στίχοι του Κωστή Παλαμά αφιερωμένοι στο Νικηταρά:
«Εδώ στην πέτρ’ ασάλευτος
ο στρατηγός Νικήτας,/
Ο τουρκοφάγος αθλητής,
του γένους νέος Ακρίτας./Πάντ’ ανθισμένη ας την κρατά τη δάφνη των Ελλήνων/
Και στων πολέμων την ιερή φωτιά και στων κινδύνων.»
----
----
Τα ταματα του Νικητα.
----
----
Στο Ναυπλιο, λίγα βήματα πίσω απο το θρυλικό πλάτανο (εξ' ου το "Χαιρετα μου τον πλατανο) υπάρχει μια εκκλησία της Κοίμησης Της Θεοτόκου ή αλλιώς του αγίου Αναστασίου του Ναυπλιώτη..
Μέσα στην εκκλησιά υπάρχει το τάμα του Νικηταρά του γνωστού τουρκοφάγου. Πριν τη μάχη στα Δερβενάκια ο Νικήτας Σταματελόπουλος είχε κάνει ένα τάμα. Αν νίκαγαν οι Ελληνες θα πήγαινε μια εικόνα στην εκκλησία ως τάμα για να ευχαριστήσει την Παναγία. Η νίκη ήρθε και ο Νικηταράς δεν ξέχασε το τάμα του.
Στα κειμήλια του ιερού ναού Παναγίας Ναυπλίου ο ιερέας ανακάλυψε μια σπάνια εικόνα του Αγίου Αντωνίου με ιδιόχειρη υπογραφή του Νικηταρά Σταματελόπουλου. Η εικόνα του Αγίου Αντωνίου -της Φωτιάς και του πολέμου- δώρο του Νικηταρά δόθηκε στον Ιερό Ναό Γενεσίου της Θεοτόκου Ναυπλίου- δωρήθηκε σε ανάμνηση της ιστορικής μάχης και νίκης στο Βαλτέτσι. Η ιερή εικόνα σήμερα φυλάσσεται στον ναό ως τις μέρες μας.
Δίπλα από τον Ναό, στην Πλατεία Συντάγματος, σώζεται το αρχοντικό που παραχώρησε στον Νικηταρά ο Ιωάννης Καποδίστριας.
-----
-----
Απομνημονευμάτα του Νικήτα Σταματελόπουλου ή Νικηταρά.
------
-------
Τα απομνημονεύματά του Νικηταρα διασώθηκαν σε τρεις εκδοχές. Από αυτές δύο είναι καταγραφή του Γ. Τερτσέτη (γνωστός Ζακύνθιος ποιητής του σολωμικού κύκλου και δικαστής στην περιβόητη δίκη των Θ. Κολοκοτρώνη και Δ. Πλαπούτα, τον Μάιο του 1834, όπου μειοψηφώντας μετέτρεψε τη θανατική καταδίκη σε ισόβια). Ενθερμος πατριώτης ο Τερτσέτης, με ασθενική όμως κράση, όσες υπηρεσίες αδυνατούσε να παρέχει στο πεδίο των μαχών τις προσέφερε εν τέλει κρατώντας τις αναμνήσεις των αγωνιστών. Κυρίως συνδέθηκε με τους οπλαρχηγούς, τους αφοσιωμένους στον Καποδίστρια, που δεινοπάθησαν μετά τη δολοφονία του, επί Αντιβασιλείας: τον Θ. Κολοκοτρώνη, τον Δ. Πλαπούτα, τον Νικηταρά.
Χειμώνα και άνοιξη του 1836 ο Τερτσέτης καταγράφει καθ’ υπαγόρευση τα απομνημονεύματα του Νικηταρά. Σε αντίθεση με τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, του Νικηταρά δεν κατόρθωσε να τα εκδώσει. Στα κατάλοιπά του βρέθηκαν δύο μορφές: το πρωτόγραφο, δηλαδή οι βραχυγραφικές σημειώσεις που κρατούσε ενόσω ο Νικηταράς διηγείτο, και μια δεύτερη μορφή, στρωμένη αυτή, σε σχετική αφηγηματική ανάπτυξη.
«Ετσι δούλευε ο Τερτσέτης. Για να μη σταματά τον αφηγούμενο χρησιμοποιούσε γενικές φράσεις, απλές λέξεις και διάφορα σημάδια, αριθμούς κτλ. που τον βοηθούσαν ύστερα να καταστρώσει με όλα τα καθέκαστά της, και όσο γίνεται σωστή, την αφήγηση», σύμφωνα με την επεξηγηματική σημείωση του Γ. Βαλέτα που επιμελήθηκε τα Απαντα Τερτσέτη (1953). Για την αναστήλωση όμως του ανέκδοτου και καταχωνιασμένου επί έναν σχεδόν αιώνα έργου του Τερτσέτη ο Βαλέτας στηρίχθηκε σε χειρόγραφα, δοσμένα από τον ζακύνθιο λόγιο Ντ. Κονόμο, ο οποίος, ως φαίνεται, παρακράτησε εκλεκτή μερίδα χειρογράφων για δική του φιλολογική εκμετάλλευση και τελικώς για τα δικά του Απαντα Τερτσέτη που εξέδωσε το 1984. Αποτέλεσμα αυτής της φιλολογικής εμπλοκής, το πρωτόγραφο να δημοσιεύεται στα Απαντα του Βαλέτα και η δεύτερη μορφή στα Απαντα Κονόμου.
Το πρωτόγραφο, ελλειπτικό, με συγκοπές, μόλις που συγκρατεί τα συμβάντα. Αξια όμως ιδιαίτερης προσοχής είναι η δεύτερη εκδοχή που αποκτά τη μορφή νουβέλας υψηλών λογοτεχνικών προδιαγραφών.
Η τρίτη εκδοχή απομνημονευμάτων του Νικηταρά είναι ένα «Αγνωστο Ιταλικό Χρονικό της Ελληνικής Επαναστάσεως» που μετέφρασε και δημοσίευσε ο καθηγητής Γ. Θ. Ζώρας το 1965. Σύμφωνα με τον Γ. Θ. Ζώρα, ο συγγραφέας του «Χρονικού» θα πρέπει να στηρίχθηκε σε αφήγηση του ίδιου του Νικηταρά ή πιθανώς κάποιου συναγωνιστού του. Σε αντίθεση με την καταγραφή Τερτσέτη το «Χρονικό» έχει διθυραμβικό τόνο και δεν φείδεται επαίνων. Στο αρχειακό υλικό για τον Νικηταρά σώζονται επίσης επιστολές του ιδίου ή και άλλων που αναφέρονται στο πρόσωπό του και στη δράση του καθώς και συναφή ντοκουμέντα. Ωστόσο οι απομνημονευματογράφοι της Επαναστάσεως και οπωσδήποτε οι ιστορικοί παραμένουν η πλουσιότερη πηγή..
----
----
Η λογοτεχνια για τον Τουρκομαχο.
-----
-----
«... Ην γαρ ο ανήρ αρειμάνιος, απλούς και άκακος, ειλικρινής και τίμιος, πιστός και φιλότιμος, δίκαιος και αμερόληπτος, πλούσιος και πένης. Διότι, ενώ είχε τρόπους να πλουτίσει καθώς άλλοι οπλαρχηγοί επλούτισαν ή από πλεονεξίας και αρπαγάς, αυτός κατεφρόνει και λάφυρα... Διά τούτο όμως θαυμαζόμενος απέκτησε πλούτον και θησαυρόν ανεξάντλητων, την υπόληψιν και το σέβας όλου του Πανελληνίου...».
Γεώργιος Γαζής
Υπήρξε αντικειμενικός στην κρίση του και στην περιγραφή του ο Γ. Γαζής, γραμματικός του Καραϊσκάκη. Με τον ίδιο τρόπο εκφράστηκαν όλοι όσοι γνώρισαν το Νικήτα Σταματελόπουλο, κορυφαίο ήρωα της Εθνεγερσίας. Αυτόν, που κατά το στρατηγό Μακρυγιάννη, υπήρξε «ασυμβίβαστος και πατριδοφύλακας», αλλά πέθανε αγνοημένος και πάμπτωχος και που δεν έχει απασχολήσει στο βαθμό που θα 'πρεπε την πεζογραφία μας, πλην ενός ή δύο νεανικών αναγνωσμάτων, λ.χ. Τάκη Λάππα «Νικηταράς ο Τουρκοφάγος»). Η προσωπικότητα του Αρκάδα αγωνιστή ευεργέτησε και πυροδότησε στην Εθνεγερσία αλλά και την ψυχή ενός καταπονημένου λαού.
Ο Νικηταράς αγαπήθηκε από το λαό ο οποίος διαθέτει αλάθητο κριτήριο, ξέρει να τιμά και να μην ξεχνά τους ήρωές του. Αλλά, η μνήμη χρειάζεται ενίσχυση.
Το βιβλίο του Δημήτρη Σταμέλου, πέρα από τις αξιοσημείωτες αρετές του, λειτουργεί και ως ενδυνάμωμα μνήμης. Φωνές σαν αυτές που ακούγονται στις σελίδες του «Νικηταρά» ανασύρουν από τη σκοπίμως επιβληθείσα λήθη το αληθινό πρόσωπο του λαού και το ξαναδίνουν ακτινοβόλο ακριβό κληροδότημα στον τόπο. Στο έργο του Δημήτρη Σταμέλου δεν είναι μόνο τα ντοκουμέντα (αφηγήσεις, μαρτυρίες χρονογράφων ή απομνημονευματογράφων - όχι πάντα αντικειμενικές ως προς την εξιστόρηση των γεγονότων) που κάνουν τη μονογραφία αυτή άξια να διαβαστεί, καθώς αποκαλύπτονται συγκλονιστικά περιστατικά της Επανάστασης και - κυρίως - προβάλλει η μορφή του μεγάλου αγωνιστή όπως ακριβώς ήταν: θαρραλέα, έντιμη, ανεξαργύρωτη, περήφανη, ταπεινή, γενναία, φλογισμένη από τον πόθο της ελευθερίας.
---
----
Ο Τσομπανακος.
-----
------
Ο Παναγιώτης Κάλας ή Τσοπανάκος
γεννήθηκε στην Δημητσάνα το 1789.. Η καταγωγή του ήταν από την επαρχία Καρύταινας. Κατά την επανάσταση δεν μπορούσε να κρατήσει όπλο λόγω σοβαρής σωματικής αδυναμίας επειδή ήταν καμπούρης, κοντός και στραβοπόδης. Αν και ανάπηρος είχε μεγάλο ζήλο για τον αγώνα και γι'αυτό χρησίμευε στα στρατόπεδα και στις πολιορκίες τρέχοντας και εμψυχώνοντας τους στρατιώτες. Έγραφε δε και στίχους επαινετικούς στους στρατηγούς και τους καπεταναίους και τον λέγανε «ποιητή της επαναστάσεως». Αγαπούσε πολύ να βλέπει τον στρατηγό Νικήτα Σταματελόπουλο και όπου και αν πήγαινε κει έστεκε, τους στίχους που έγραφε τους απήγγειλε πρώτα σ' αυτόν, και μετά πήγαινε και στους άλλους και τους έψελνε. Βρέθηκε σε μία μάχη, στην οποία ο στρατηγός Νοταράς νίκησε και οι στρατιώτες του πήραν πολλά λάφυρα και ζώα, ο Τσοπανάκος πήρε ένα άλογο το οποίο του χάρισε ο Νικήτας για να το έχει να πηγαίνει καβάλα και να μην κουράζεται. Ο Τσοπανάκος όμως, επειδή δεν είχε λεφτά για να το ταΐζει του έστειλε αυτό το γράμμα:
Το δώρο σου Νικηταρά, άλογο χωρίς νουρά,
ή μου στέλνεις και κριθάρι, ή σου στέλνω το τομάρι.
Η Πελοποννησιακή Γερουσία τον πλήρωνε τα έξοδά του.
Πέθανε όταν θέλησε να πάει στην Δημητσάνα την πατρίδα του καβάλα με το νέο άλογο. Ο Φωτάκος αναφέρει ότι στον δρόμο συνάντησε κορομηλιές που είχαν κορόμηλα και έφαγε πολλά και πέθανε.
Το ποιητικό του έργο το άφησε χειρόγραφο. Μετά το θάνατό του, το 1838, τυπώθηκε από τον τυπογράφο Ν. Παπαδόπουλο βιβλίο με ποιήματά του:
"Άσματα Πολεμιστήρια του υπέρ της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος αγώνος Στιχουργηθέντα υπό του Παναγιώτου Τσοπανάκου Δημιτσανίτου, Και εκδοθέντα υπό του Τυπογράφου Ν. Παππαδόπουλου του εκ Τριπόλεως»
-----
-----
Ο αδελφος του Νικητα, ο Νεομαρτυς, Αγιος Ιωαννης ο Τουρκολεκας.
-----
-----
Στις 24 του Οκτώβρη εορτάζεται η μνήμη του αγίου νεομάρτυρα Ιωάννη Τουρκολέκα, αδελφού του Νικηταρά του Τουρκοφάγου. Κάθε χρόνο το χωριό Τουρκολέκα του Δήμου Φαλαισίας, της επαρχίας Μεγαλουπόλεως, του Νομού Αρκαδίας, τιμά την μνήμη του οσίου, ο οποίος αποκεφαλίστηκε στις 24 του Οκτώβρη του 1816 στην Μονεμβασιά, και του οποίου ναός υπάρχει στο χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε.
Στον Ορθόδοξο Συναξαριστή διαβάζουμε:
Ο νεομάρτυρας και παιδομάρτυρας Άγιος Ιωάννης ο Τουρκολέκας γεννήθηκε το 1805 μ.Χ. στο χωριό Τουρκολέκα Αρκαδίας. Η οικογένεια του διακρινόταν για την ευλάβεια τον Θεό, για την αγάπη προς την πατρίδα και για τον ηρωισμό της. Πατέρας του ήταν ο Σταματέλος Σταματελόπουλος – Τουρκολέκας, ονομαστός αγωνιστής της περιοχής Λεονταρίου και μητέρα του, η αδελφή της συζύγου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Σοφία. Μεταξύ των τεσσάρων του αδελφών διακρινόταν ο γνωστός οπλαρχηγός Νικήτας, γνωστός ως Νικηταράς (ο τουρκοφάγος) και ο διδάσκαλος της πολεμικής τακτικής λοχαγός Νικόλαος.
Το 1816 ο Ιωάννης, 11 χρονών τότε, μαζί με τον πατέρα του και τον Αναγνώστη, γιό του αγωνιστή του Πάρνωνα Ζαχαριά, ενώ ταξίδευαν για τα Κύθηρα, λόγω θαλασσοταραχής βρέθηκαν στη Νεάπολη της Λακωνίας. Ο Αγάς της περιοχής Χουσεΐν, με δόλο τους συνέλαβε και τους έστειλε στην ανωτέρα Τουρκική αρχή της Μονεμβασίας. Εκεί οι συλληφθέντες φυλακίστηκαν στο κάστρο της.
Στη συνέχεια ο άρχοντας της Μονεμβασίας ζήτησε οδηγίες από τον Βοεβόδα του Μυστρά, ο οποίος διέταξε να αποκεφαλιστούν και οι τρεις φυλακισμένοι. Πρώτα αποκεφαλίστηκαν ο Αναγνώστης και ο πατέρας του Αγίου.
Για την ομολογία, το μαρτυρικό τέλος και το θαυμαστό σημείο, που έδωσε ο Θεός, μετά τον αποκεφαλισμό του παιδομάρτυρα, γράφει, σχετικά ο αδελφός του Αγίου, ο Νικηταράς: «Στον αδελφό μου πρότειναν ν’ αλλάξει την πίστη του. Του δείχνουν τον σκοτωμένο πατέρα του και του λέγουν κάθισε να σε κάνουμε Τούρκο. Τότε το παιδί κάνει το σταυρό του και τους απαντά: θα πάω κι εγώ εκεί που πάει ο πατέρας μου. Του ξαναλέγουν· γίνε Τούρκος. Το παιδί όμως ξανακάνει το σταυρό του. Έγινε από το αίμα του σταυρός. Πήραν τα κεφάλια τους στην Τριπολιτσά».
Η σφαγή και των τριών έγινε στις 16 Οκτωβρίου 1816, έξω από τον Ιερό Ναό του «Ελκομένου Χριστού» στην πάλαια Μονεμβασία. Εκεί, στο δάπεδο της αυλής του Ναού, το αίμα του παιδομάρτυρα και νεομάρτυρα Ιωάννη, σχημάτισε Σταυρό και έτσι αποκαλύφθηκε η ένδοξη είσοδος του Αγίου στη Βασιλεία του Θεού και η ένταξή του στη χορεία των Μαρτύρων.
Οι κεφαλές, του νεομάρτυρα Ιωάννη, του πατέρα του και του Αναγνώστου εστάλησαν στον Πασά της Τριπόλεως, τα δε σώματα τους ετάφησαν στην Μονεμβασία, και μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστος ο τόπος της ταφής και των κεφαλών και των σωμάτων τους.
Το σημείο του Σταυρού, το οποίο στο δάπεδο της αυλής του Ναού σχημάτισε το μαρτυρικό και αγνό αίμα του Αγίου Ιωάννη, έγινε πηγή συριγμού των υποδούλων χριστιανών Ελλήνων και τόπος ιερού προσκυνήματος των πιστών.
----
----
Οι απογονοι του Νικηταρα.
----
----
Όταν πέθανε ο Στρατηγός Νικηταράς ο γιος του Ιωάννης – που είχε το όνομα του αδελφού του Νικηταρά – ήταν 20 χρονών. Αυτό προκύπτει από την απόφαση συνταξιοδότησης της « Αγγελικής χήρας μετά του Ιωάννου 20ετούς ορφανού του ποτέ στρατηγού της φάλαγγος Νικήτα Σταματελόπουλου». Η σύνταξη αυτή χορηγήθηκε στις 26 Αυγούστου 1854 και το ποσό ήταν 111 δραχμές. Ο Ιωάννης δεν κράτησε το οικογενειακό όνομα Σταματελόπουλος αλλά το αγαπημένο προσωνύμιο του πατέρα του Νικηταράς.
Παντρεύτηκε την πανέμορφη Βασιλική, το γένος Τσίπη, γνωστής Αργείτικης οικογένειας. Έζησε στο Άργος, στο σπίτι της σημερινής οδού Νικηταρά 5, που σήμερα μεν δεν υπάρχει αλλά που πήρε το όνομα της ακριβώς από αυτό το γεγονός. Ο Ιωάννης και η Βασιλική δεν απέκτησαν παιδιά. Αυτό δεν τους εμπόδισε να αποτελέσουν υπόδειγμα ζεύγους και κόσμημα για την πόλη του Άργους που πάντα με την συμπεριφορά τους, υπενθύμιζαν το ήθος και την φυσιογνωμία του Νικηταρά.
Ο Ταγματάρχης Ιωάννης Νικηταράς, πέθανε 60 χρονών και ετάφη στο Κοιμητήριο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η σύζυγός του Βασιλική αντίθετα, πέθανε σε πολύ μεγάλη ηλικία το 1942 και ετάφη στον ίδιο τάφο.
Η Σοφία, που τρελάθηκε μετά την φυλάκιση του πατέρα της..
Η Ρεγγίνα, η οποία παντρεύτηκε στην Ύδρα τον Γιαννίτση και έζησαν στο Ναύπλιο, στο παλιό σπίτι του Νικηταρά, και δεν απέκτησαν απογόνους..
-----
-----
Η Λαϊκη Μουσα υμνει τον Τουρκοφαγο.
-----
----'
Νικηταρά –Νικηταρά
Πού ᾽χεις στα πόδια σου φτερά
και στην καρδιά ατσάλι.
----
Φύσα, μαΐστρο δροσερέ κι αέρα του πελάγου,
να πας τα χαιρετίσματα στου Δράμαλη τη μάνα.
Της Ρούμελης οι μπέηδες, του Δράμαλη οι αγάδες
στο Δερβενάκι κείτονται, στο χώμα ξαπλωμένοι.
Στρώμα 'χουνε τη μαύρη γης, προσκέφαλο λιθάρια
και για απανωσκεπάσματα του φεγγαριού τη λάμψη.
κι ένα πουλάκι πέρασε και το συχνορωτάνε;
«Πουλί, πώς πάει ο΄πόλεμος, το κλέφτικο ντουφέκι;»
«Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης,
και παραπίσω οι Ελληνες με τα σπαθιά στα χέρια».
Γράμματα πάνε κι έρχονται στων μπέηδων τα σπίτια.
Κλαίνε τ' αχούρια γι' άλογα και τα τζαμιά για Τούρκους,
κλαίνε μανούλες για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες.
------
Στα Τρίκορφα, λέει, στα Τρίκορφα, στα Τρίκορφα μες την κορφή
Στα Τρίκορφα μες την κορφή Κολοκωτρώνης πολεμεί (ή: κάνει ορδή)
Μες τα Τρίκορφα στη ράχη πάει το αίμα σαν αυλάκι.
Κολοκοτρώ- λέει, Κολοκοτρώ- Κολοκοτρώνης φώναξε
Κολοκοτρώνης φώναξε και όλος ο κόσμος τρόμαξε
Του Νικηταρά φωνάζει και τους Τούρκους τους τρομάζει
Που ΄σαι, μωρέ, λέει, πού ΄σαι, μωρέ, που ΄σαι, μωρέ Νικηταρά
Που ΄σαι, μωρέ Νικηταρά, που χουν τα πόδια σου φτερά
Μες στους κάμπους πως κοιμάσαι και τους Τούρκους δε φοβάσαι.
-----
Βαλτέτσι μου περήφανο
και χιλιοδοξασμένο,
πού είναι οι λεβέντες σου
που όλο τους περιμένω
ναρθούνε να χορέψουνε
στης Παναγιάς τη χάρη
στου Βαλτετσίου τον πλάτανο
να ρήξουν το λιθάρι
ν' αναδειχτούνε στο σπαθί
και στο καλό σημάδι,
ν'αναδειχτούν και στο χορό,
ποιός είναι παληκάρι.
Εδώ που μαζευτήκανε
όλοι οι καπεταναίοι
της Μάνης ο Πετρόμπεης
και Κολοκοτρωναίοι
κι' όλοι λεβέντες του Μοριά
που ήτανε γενναίοι.
Κολοκοτρώνης φώναξε
ψηλά απ'το Ρεζενίκο
γειά σου Κολοκοτρώνη μου
πώς να σαλησμονίκω
κράτα ρε Μήτρο Πέτροβα
του κούκου το ταμπούρι
σας φέρνουμε ζεστό ψωμί
κρασί να πιείτε ούλοι.
Σας φέρνω και αρνιά ψητά
βαρώντας το νταούλι
ετάξανε στην Παναγιά
στην Παναγιά Παρθένα
από τα παλικάρια τους
μη σκοτωθεί κανένα.
Τότε στη μάχη ρίχτηκαν
μες το Βαλτέτσι ούλοι
και πήρανε τη λευτεριά
για να μη ζούνε δούλοι
μας χάρισαν τη λευτεριά
και μεις δεν ζούμε δούλοι
έφτασε κι' ο Νικηταράς
με το σπαθί στο χέρι
πέντε πιστόλες κράταγε
κι αστρακτερό μαχαίρι
στην ρεματιά του Βαλτετσιού
τους έκανε καρτέρι
γεια σου μωρέ Νικηταρά
άλλον δεν είχες ταίρι
είχες στα πόδια σου φτερά
κι όλη τουρκιά το ξέρει
έτσι παιδιά μου τέλειωσε
η μάχη στο Βαλτέτσι
τους Τούρκους τους εκλείσανε
σαν κότες στο κοτέτσι
τους κλείσαν στην Τριπολιτσά
προτού ο ήλιος πέσει.
Εσείς που δοξαστήκατε
στις δώδεκα του Μάη
εμείς θα σας γιορτάζουμε
αιώνια κάθε Μάη
στεφάνια θα σας φέρνουμε
με λουλούδια του Μάη
δάφνες, σγουρό βασιλικό
πανθήζουνε το Μάη.
-----
-----
Προσφωνησεις για τον Νικητα.
-----
-----
Μερικές υπογραφές και προσφωνήσεις των συναγωνιστών του και της εξουσίας:
Ο Μάρκος Μπότσαρης: «Ο αδελφός σου»
Ο Πανουργιάς: «Αδελφέ μου Νικήτα»
«Στρατηγέ! Η Ελλάδα σε προσκαλεί να την βοηθήσεις».
«Νικήτα! Εις αυτήν την κρίσιμον περίστασιν η Ελλάς επί σε έχει προσηλωμένους τους οφθαλμούς της…».
«Το Εκτελεστικόν Σώμα προς τον πατριώτην Στρατηγόν Νικήταν Σταματελόπουλον… τάχυνου για την αγάπη του έθνους σου, τάχυνου για να φθάσεις τα δέοντα».
----
----
"Γκοβερνο Μιλιταρε!!"
-----
-----
ο Νικηταράς μαζεύει στο Ανάπλι τους βουλευτές που πλακωνόντουσαν εξαιτίας του μετέπειτα πρωθυπουργού Ανδρέα Μεταξά και τους λέει…
--Το Γένος θέλει ό,τι θέλομεν εμείς οι Στρατιωτικοί και πάρετε τα μέτρα σας οι Πολιτικοί. Δεν υποφέρεσθε πλέον διά την διχόνοιάν σας, με την οποίαν θέλετε να αφανίσετε το Γένος. Από αυτά που ακούω και βλέπω, θα γίνει αφεύκτως Γκοβέρνο Μιλιτάρε (ελληνιστί= Στρατιωτική Κυβέρνησις)»!..
Μια οργισμένη διαπίστωση του Στρατηγού Σταματελοπουλου, που εγείρει μεγάλη κουβέντα και πολλές ερμηνείες..
----
----
Ο.. πανταχου παρων.
----
-----
Ο Νικηταράς άνοιξε την αυλαία της Εθνεγερσίας του 1821 και υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές της. Τη νύκτα της 16ης προς 17η Μαρτίου 1821 συνεπλάκη με μια ομάδα Τούρκων έξω από την Καλαμάτα. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1829 έριξε τους τελευταίους πυροβολισμούςτου Αγώνα στην Πέτρα της Βοιωτίας. Στη νεκρολογία η οποία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αιών», αναφέρθηκε ότι οι μάχες στις οποίες συμμετείχε ξεπερνούσαν σε αριθμό τα χρόνια της ηλικίας του. Ο Νικηταράς εκτός από τις μεγαλύτερες και αποφασιστικότερες μάχες του Αγώνα (Βαλτέτσι, Δολιανά, Δερβενάκια, Αράχωβα, Μεσολόγγι, Φάληρο κλπ.) συμμετείχε και σε δεκάδες άλλες. Στους τέσσερις μόνο μήνες, από τις αρχές του Μαΐου μέχρι τις 23 Σεπτεμβρίου 1821, συμμετείχε σε περισσότερες από είκοσι μάχες και συμπλοκές γύρω από την Τριπολιτσά. Σύμφωνα με μαρτυρίες συμπολεμιστών του ο Νικηταράς εξολόθρευσε περισσότερους από 300 Τούρκους, αριθμός λογικός σε σχέση με τον αριθμό των μαχών στις οποίες συμμετείχε με τρομακτική ορμητικότητα και ιδιαίτερη μαχητική ικανότητα. Ο ίδιος σε μια συνάντησή του με τον Γερμανό φιλέλληνα C. F. Bojons του είπε πως είχε εξολοθρεύσει 300 Τούρκους μέσα σε ένα εξάμηνο..
----
----
Γενναιοτατος και ασπιλος.
-----
-----
Ο Νικηταράς ντυνόταν απλά και φτωχικά. Υπήρξε ανιδιοτελής κι έμεινε στην ιστορία για το θάρρος και την τιμιότητα του η οποία, όπως διηγείται ο Ιωάννης Μακρυγιάννης, δεν είχε μέτρο. Από την αρχή της Εθνεγερσίας του 1821 βρισκόταν πάντα στην πρώτη γραμμή ξεχωρίζοντας για την ανδρεία και την ευρωστία του κι αναδείχθηκε σ’ έναν από τους μεγαλύτερους οπλαρχηγούς του 1821.
Σήμερα, πού ἡ ζωή μας περιπλέκεται μές στό κυνήγι τῆς ὕλης καί κοντεύουν νά στερέψουν οἱ χυμοί τῆς καρδιᾶς μας, ὁ μπαρουτοκαπνισμένος στρατηγός Νικήτας Σταματελόπουλος, ὁ μεγάλος αὐτός ἀγωνιστής τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, διδάσκει ἐμᾶς τούς νεώτερους Ἕλληνες μέ τή φιλοπατρία, ἀνιδιοτέλεια καί ἀφιλαργυρία του. Ἀλλ᾿ ἐκεῖνο πού κάνει τή φυσιογνωμία αὐτή πραγματικά ὑπέροχη, εἶναι ἡ ἀπαράμιλλη μεγαλοψυχία της. Ἡ ἄγρια, ἡ σκληρή πολεμική ζωή τοῦ Τουρκοφάγου δέν ξεθωριάζει στό ἐλάχιστο τήν αἴγλη τοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου. Ἀπεναντίας, διάφορα περιστατικά ἀποκαλύπτουν τό ψυχικό του μεγαλεῖο.
Αποτέλεσε πρότυπο παλικαριάς και αρετής, φίλος και συμπολεμιστής με τους σημαντικότερους οπλαρχηγούς του 21, διακρίθηκε για την στρατιωτική του ιδιοφυΐα, καθώς και το ήθος του. Τήρησε μετριοπαθή στάση και δεν πήρε μέρος στις εμφύλιες μάχες προσπαθώντας με τις παρεμβάσεις του, να συμφιλιώσει τα πράγματα..
Ήταν ένας ισχυρός χαρακτήρας, ένας γενναιότατος άνθρωπος, που έμεινε άσπιλος και αχρημάτιστος μέχρι το τέλος του. Μακάρι να μπορούσε να ενσταλάξει την ανιδιοτέλειά του στους σύγχρονούς του, ώστε να μην πέφτουν πάνω στα λάφυρα πριν να τελειώσουν το καθήκον..
-----
-----
"δια την πατριδαν και του Χριστου την πιστην την Αγιαν."
----
-----
Ο Νικήτας Σταματελόπουλος δεν έλαβε την ανάλογη προβολή που άξιζε.. Ήταν μια εξαιρετική περίπτωση.. Προσωπικά εγώ τον κατατάσσω, αφού λάβω υπ' όψιν τη γενικότερη δράση και τον χαρακτητα του.. αμέσως μετά τους Κολοκοτρώνη και Μάρκο Μπότσαρη..
Πρέπει να ομολογήσω, πως η προσωπικότητα του επηρεάστηκε πολύ από τον θείο του, τον Γερο του Μωρία.. Και εξηγούνται έτσι πολύ εύκολα τα χαρίσματα του..
Ο Νικηταράς, από την αρχή της πολεμικής του δράσης, ταυτίστηκε με το απόλυτο εθνικό μας σύμβολο.. Ήταν μια γροθιά, μια ψυχή στις αποφάσεις και στις πολεμικές ενέργειες..
Ο Νικήτας, αν κάνω λίγο χιούμορ και αν χρησιμοποιήσω αθλητικούς ορούς, ήταν ο διεθνής με τις περισσότερες συμμέτοχες.. Συμμετείχε, από όλους τους οπλαρχηγούς, στις πιο πολλές μάχες.. Ήταν ο μοναδικός από τους σπουδαίους που έδρασε και στα Δερβενάκια βεβαίως αλλά και στην Αραχωβα, στις δυο σπουδαιότερες Ελληνικές νίκες του Αγώνα..
Ποτέ όμως δεν επεδίωξε αρχηγικές θέσεις και δεν δημιούργησε πρόβλημα..
Σαν πολεμιστής, στις μάχες ήταν αξεπέραστος.. Στις μάχες σώμα με σώμα ήταν ο πρώτος με διάφορα..
Δεν υπολόγιζε και δεν φοβόταν τίποτε.. Στη μάχη μεταμορφωνόταν σε ένα τρομακτικό σαρκοφάγο ζώο.. Αλλά όταν καθόταν σε συνάξεις και σε παρέες, ήταν ένα αρνί.. Σεμνός, λιγομίλητος..
Και μια απολύτως ευγενική φυσιογνωμία.. Μιλούσε συνετά και σταράτα.. Αλλά είχε και μια σπουδαία αγωγή.. Οι λόγοι του ήταν πειστικοί και πολύ σωστά συνταγμενοι..
Άνθρωπος συγκροτημένος, απολυτά θρησκευόμενος, δε βλασφημούσε, δεν εξύβριζε, δεν πρόσβαλλε..
Ένα υπόδειγμα οικογενειάρχη, που λάτρευε την σύζυγο και τα παιδιά του..
Ένας φωτεινότατος χαρακτήρας, που δεν επεδίωξε θέσεις, αξιώματα.. Ρομαντική φύση και ταγμένος στο ρηθέν του θείου του "δια την πατριδαν και του Χρίστου την πιστην την Αγιαν".. και μόνον..
Ήταν πάντα πρόθυμος να τρέξει όπου τον καλούσαν ως και τις πιο απόμακρες περιοχές της Ελλάδας, σε αποστολές δύσκολες και επικίνδυνες που πάντα διεκπεραίωνε με επιτυχία..
Το πνευματικό του λάφυρο ήταν βεβαίως, ότι ο ίδιος δεν έπαιρνε ποτέ λάφυρα από τον ηττημένο εχθρό..
Όπως βλέπουμε, ο Νικηταράς έζησε αρκετά χρόνια μετά την απελευθέρωση.. Πέθανε το 1849.. Σε αυτό υπήρξε τυχερός εν συγκρισει με άλλους μεγάλους πολεμιστές..
Αλλά μήπως ήταν άτυχος τελικά; Καθώς γεύτηκε την αχαριστία του Ελληνικού Κράτους (βλέπουμε πως στην Πατρίδα μας, πάντα έτσι θα είναι τα πράγματα.. Μη παραπονιομαστε για το τώρα! Πάντα οι κρατούντες θα βασανίζουν τα άξια τεκνά της Ελλάδας)..
Πέθανε πάμφτωχος, ενώ έδωσε όλην του την υπόσταση στην πατρίδα.. Αλλά πάντα πειθαρχούσε στην Κυβέρνηση και καμάρωνε για την ύπαρξη Ελληνικού Κράτους, άσχετα που τον παίδευε..
Στρατηγέ μου, περήφανε Τουρκοφάγε.. όταν διάβασα πρώτη φορά την ιστορία με τα τέσσερα σπαθιά, ανατρίχιασα.. Μην πικραίνεσαι.. Γιατί είσαι φωτεινό παράδειγμα και καμάρι για κάθε αδούλωτη Ελληνική καρδιά..

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου